Αρχείο για ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι αντιφασιστικές πολιτοφυλακές της Arditi del Popolo (1918-1922)

Posted in ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ, ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΝΤΥΠΑ/ΒΙΒΛΙΑ/ΜΠΡΟΣΟΥΡΕΣ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , , , , , , , on Ιουνίου 3, 2015 by Persona Non Grata

arditiqovxep

Η ιστορία της γέννηση, της ανάπτυξης και της παρακμής των λαϊκών πολιτοφυλακών που πολέμησαν τους φασίστες στην Ιταλία, της πρώτης αντιφασιστικής ομάδας στον κόσμο, της Arditi del Popolo.

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εργατική τάξη στην Ιταλία βρισκόταν σε κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού. Αν και δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να κατακτήσουν οι ίδιοι την εξουσία, οι εργάτες και αγρότες από το 1918 είχαν καταφέρει να κερδίσουν μια σειρά παραχωρήσεων από το κράτος: τη βελτίωση των μισθών, το εργασιακό οχτάωρο και την αναγνώριση των συλλογικών συμβάσεων.

Έως το 1919, ωστόσο, ένα νέο ρεύμα ριζοσπαστισμού είχε εμφυσήσει το εργατικό κίνημα. Κατά την διάρκεια εκείνου το έτους έγιναν 1.663 απεργίες σε ολόκληρη τη χερσόνησο, ενώ τον Αύγουστο το νεοσυσταθέν κίνημα των εργατικών αντιπροσώπων στο Τορίνο (ο προπομπός των εργατικών συμβουλίων) υπογράμμιζε την ανάπτυξη μιας νέας ζωντανής μαχητικότητας που αντλούσε τη δύναμή της από την αυτόνομη ικανότητα των εργατών να οργανώνονται στη βάση των ελευθεριακών αρχών και τα οποία είχαν «ως στόχο την προετοιμασία των ατόμων, των οργανώσεων και των ιδεών, σε μια συνεχή προ-επαναστατική ζύμωση, έτσι ώστε να είναι έτοιμοι να αντικαταστήσουν την εργοδοτική εξουσία στις επιχειρήσεις και να εγκαθιδρύσουν μια νέα τάξη πραγμάτων στην κοινωνική ζωή» [1].

Συνέχεια

Advertisements

Γράμμα του Ζαν-Μαρκ Ρουγιάν στον Ζιλ Μπονό

Posted in ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΝΤΥΠΑ/ΒΙΒΛΙΑ/ΜΠΡΟΣΟΥΡΕΣ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ with tags , , , , , , , , , on Φεβρουαρίου 14, 2015 by Persona Non Grata

μπονό1Αγαπητέ Ζιλ,


Έπρεπε να σου γράψω εδώ και πολύ καιρό! Οι μέρες περνούν, το ίδιο και τα χρόνια… Η ζωή του εξεγερμένου είναι γεμάτη περιπέτειες, αλλά και αυτοσχεδιασμούς. Ξέρεις τι εννοώ… Ωστόσο, αργά ή γρήγορα, η υπόσχεση ενός εφήβου, η ευχή ενός αγοριού που δεν έχει ακόμα διαγράψει την πορεία της καταφέρνει στο τέλος να βρει το δρόμο της. Και τώρα που είμαι δια βίου φυλακισμένος, με λίγα λόγια ένας ισοβίτης καριέρας, μουτζουρώνω μερικές σελίδες που τις αποκαλούν λογοτεχνικές για να περάσω τον καιρό μου -αφού ο λόγος ύπαρξης των «τιμωρημένων» είναι να μετρούν το χρόνο με το θλιβερό ροζάριο των έγκλειστων. Και να σκεφθείς ότι την περασμένη βδομάδα ένας σύντροφος μου ζήτησε ένα κείμενο για έναν γερόλυκο σαν εσένα, ένα πρόσωπο του περασμένου αιώνα. Άδραξα την ευκαιρία κι άρχισα να γράφω.

Παρόλα αυτά, δεν είμαι ένθερμος οπαδός των εμπρηστών που κυκλοφορούν με ακριβά καπέλα και ρεντιγκότες. Συνέχεια

Η ξεχασμένη επανάσταση: Ουγγαρία, 1956

Posted in ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΞΕΓΕΡΣΗ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ with tags , , , , , , , , , on Οκτώβριος 23, 2014 by Persona Non Grata
20_16702448«Η Ουγγρική Επανάσταση ήταν ένα αληθινό γεγονός, η σημασία του οποίου δεν βρίσκεται στην νίκη ή την ήττα. Το μεγαλείο της έιναι κρυφά φυλαγμένο μέσα στη τραγωδία που προκάλεσε. Διότι ποιός μπορεί να αμφισβητίσει τη δύναμη της ανάμνησης της;» Χάνα Άρεντ

Συνέχεια

Για την επαναστατική πειθαρχία – Νέστωρ Μάχνο

Posted in ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , , , , , on Οκτώβριος 8, 2014 by Persona Non Grata

μαχνοΜερικοί σύντροφοι μού έχουν θέσει το ακόλουθο ερώτημα: Πώς καταλαβαίνεις την επαναστατική πειθαρχία;

Παίρνω την επαναστατική πειθαρχία για να της δώσω τη σημασία της αυτοπειθαρχίας του μεμονωμένου ατόμου στα πλαίσια μιας αυστηρά καθορισμένης συλλογικής δραστηριότητας εξίσου κατανεμημένης σε όλους, καθώς και τη σημασία της υπεύθυνης πολιτικής γραμμής των μελών εκείνης της συλλογικότητας που οδηγεί στην ακριβή συμφωνία μεταξύ της πράξης και της θεωρίας τους.

Χωρίς πειθαρχία στην οργάνωση – την εμπροσθοφυλακή της επανάστασης – δεν μπορεί κάποιος να σκεφτεί για την ανάληψη οποιασδήποτε σοβαρής δραστηριότητας για την υπόθεση της Επανάστασης. Χωρίς πειθαρχία, η επαναστατική εμπροσθοφυλακή δεν μπορεί να είναι επαναστατική εμπροσθοφυλακή, εφόσον – εάν βρισκόταν σε μια κατάσταση αταξίας και αποδιοργάνωσης – θα ήταν ανίκανη να αναλύσει και να παρέχει την καθοδήγηση όσον αφορά τα σημαντικά θέματα του παρόντος, κάτι που ως εμπροσθοφυλακή θα απαιτούσαν οι μάζες από αυτήν. Βασίζω αυτές μου τις θέσεις στην παρατήρηση και την εμπειρία των ακόλουθων προϋποθέσεων:

Η Ρωσική επανάσταση ανέχτηκε στο εσωτερικό της ένα πρόταγμα που ήταν ουσιαστικά αναρχικό από πολλές απόψεις. Αν οι αναρχικοί είχαν οργανωθεί πολύ καλά και αν με τις ενέργειές τους είχαν τηρήσει αυστηρά μια καθορισμένη και σαφή πειθαρχία, δεν θα είχαν υποστεί ποτέ την συντριπτική ήττα που υπέστησαν.

Αλλά επειδή οι αναρχικοί «όλων των πεποιθήσεων και τάσεων» δεν αντιπροσώπευαν (ούτε καν στις συγκεκριμένες ομάδες τους) μια ομοιογενή συλλογικότητα με μια πειθαρχημένη γραμμή δράσης, ήταν ανίκανοι να αντισταθούν στην πολιτική και στρατηγική διερεύνηση που τους επέβαλαν οι επαναστατικές περιστάσεις. Η αποδιοργάνωσή τους τούς καθήλωσε σε μια πολιτική ανικανότητα, με αποτέλεσμα τη γέννηση δύο κατηγοριών αναρχικού.

Η μια κατηγορία αποτελέστηκε από εκείνους που επιδόθηκαν στη συστηματική κατάληψη σπιτιών αστών, όπου αναδιοργάνωσαν αυτά τα σπίτια και έζησαν με ανέσεις. Αυτοί είναι εκείνοι που τους έχω ονομάσει «αναρχικοί τουρίστες», οι οποίοι αφού περιπλανήθηκαν από πόλη σε πόλη, με την ελπίδα να βρουν κάποιο μέρος να ζήσουν εκεί για ένα χρονικό διάστημα, ξόδευαν τον ελεύθερο χρόνο τους χαζεύοντας τριγύρω όσο το δυνατόν περισσότερο για να ζουν σε άνεση και ευκολία.

Η άλλη κατηγορία αποτελέστηκε από εκείνους που έκοψαν όλες τις πραγματικές συνδέσεις με τον αναρχισμό (αν και μερικοί απ’ αυτούς περνιούνται τώρα στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ ως οι μόνοι αντιπρόσωποι του ρωσικού αναρχισμού) και οι οποίοι εφόρμησαν για να καθίσουν στις θέσεις που τους προσφέρθηκαν από τους μπολσεβίκους, ακόμα και όταν η εξουσία εκτελούσε αναρχικούς που παρέμειναν πιστοί στα επαναστατικά τους πιστεύω καταγγέλλοντας την προδοσία των μπολσεβίκων.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα αξιοθρήνητα γεγονότα, γίνεται εύκολα κατανοητό το γιατί δεν μπορώ να παραμείνω αδιάφορος στην αδιαφορία και την αμέλεια που επικρατούν αυτή την περίοδο στους αναρχικούς κύκλους. Τους αποτρέπει (η κατάσταση αυτή) από τη δημιουργία μιας συλλογικότητας, γιατί είναι αντιμέτωποι με όλους αυτούς τους ανθρώπους που αρπάζονται από τον αναρχισμό ή που η υπόθεση του αναρχισμού είναι εδώ και πολύ καιρό νεκρή μέσα τους ή που χαρακτηρίζονται ακριβώς από μια πολυλογία για τον αναρχισμό και των οποίων την ενότητα και τις ενέργειές τους ενάντια στον εχθρό (αλλά που, όταν ερχόμαστε στη δράση, τορπιλίζουν αυτήν την ενότητα), θα την έβλεπαν με ένα διαφορετικό φως και θα εξοβελίζονταν στη θέση όπου ανήκουν.

Γι’ αυτό μιλώ για μια οργάνωση αναρχικών που να στηρίζεται πάνω στην αρχή της συντροφικής πειθαρχίας. Μια τέτοια οργάνωση θα οδηγούσε στον απαραίτητο εκείνο συντονισμό όλων των ζωντανών δυνάμεων του αναρχισμού στη χώρα και θα βοηθούσε τους αναρχικούς να καταλάβουν τη θέση που τους ανήκει στον σπουδαίο αγώνα της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο. Μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί η ιδέα του αναρχισμού να κερδίσει μαζική υπόσταση και να μην παραμένει αποδυναμωμένη. Οι μόνοι που θα μπορούσαν να εμποδίσουν μια τέτοια οργανωτική συγκρότηση είναι οι ανεύθυνοι και οι κουφιοκέφαλοι φλύαροι οι οποίοι μέχρι τώρα έχουν σχεδόν κυριαρχήσει στο κίνημά μας εξαιτίας των δικών μας λαθών.

Η υπευθυνότητα και η πειθαρχία δεν πρέπει να φοβίζουν τον επαναστάτη. Είναι οι ταξιδευτές σύντροφοι της πρακτικής του κοινωνικού αναρχισμού.

Delo Truda, 7-8°,Δεκέμβριος 1925-Ιανουάριος 1926, σελ. 6


Γαλλική μετάφραση Alexandre Skirda. Αγγλική μετάφραση Paul Sharkey και αναθεώρηση της αγγλικής μετάφρασης από Nestor Makhno Archive. Ελληνική μετάφραση «ούτε θεός-ούτε αφέντης», 22 Οκτώβρη 2007.

πηγή-http://www.nestormakhno.info/greek/revdisc.htm(ότι θέλετε να μάθετε για τον αναρχικό επαναστάτη σε 22 γλώσσες)


Αναδημοσίευση από: Me Wanna Dance

 

Κάντο όπως οι αντιφασίστες στην Cable Street

Posted in ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ - ΤΑΞΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ with tags , , , , , , , , , , , on Οκτώβριος 7, 2014 by Persona Non Grata

cable-street-orderly-fascist-marchΗ Ευρώπη βρίσκεται σε αναταραχή. Ανήμπορη να ξεφύγει από την οικονομική κρίση του 1936, οι πολεμικοί ανταγωνισμοί εντείνονται, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ολοένα και αυξάνουν τα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη σε Ιταλία και Γερμανία ήδη ο φασισμός έχει γίνει καθεστώς.

Στην Αγγλία, η εργατική τάξη έδειχνε να μην έχει αναρρώσει ακόμη από την ήττα της Γενικής Απεργίας του 1926 και τη συνακόλουθη αποσύνθεση μέρους της Αριστεράς. Οι φιλελεύθεροι Τόρυς στην κυβέρνηση βρίσκονται στην αιχμή του δόρατος της επίθεσης στην εργατική. Εκτός όμως από την κεντρική πολιτική σκηνή, μια άλλη δύναμη έκανε την εμφάνισή της, οικειοποιούμενη χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος (πχ. διαδηλώσεις, βία στο δρόμο): οι φασίστες.

Το 1932, ο Sir Oswald Mosley ενοποιεί τις διάφορες φασιστικές συμμορίες σε ένα “νόμιμο” και αναγνωρίσιμο κόμμα: τη Βρετανική Ένωση Φασιστών (BUF), που θα εδραιωθεί στο δρόμο μέσω της δράσης “ομάδων περιφρούρησης” μελανοχιτώνων που επιτίθεντο σε αντιφασίστες διαδηλωτές, και θα φτάσει τα 50.000 μέλη ακολουθώντας τα βήματα της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας: εξόντωση συνδικαλιστών, αναρχικών, κομμουνιστών και γενικά αντικαθεστωτικών.

Οι φασίστες του Mosley επιλέγουν να κάνουν να κάνουν μια επίδειξη δύναμης στις στο κέντρο του Λονδίνου στις 4/10/1936 σαν το μεγάλο εφαλτήριο που θα τους σπρώξεις την κεντρική πολιτική σκηνή αποκτώντας μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική επιρροή και δύναμη.

Συνέχεια

Κοινωνικός πόλεμος στη Χιλή στα χρόνια της δημοκρατίας

Posted in ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΔΡΟΜΟΣ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ - ΤΑΞΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ, ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΑ with tags , , , , on Οκτώβριος 1, 2014 by Persona Non Grata

Μία μπροσούρα από τη Βιβλιοθήκη μας

Xilh

Περιγραφή:

Το κείμενο που ακολουθεί προσπαθεί να περιγράψει το “συγκρουσιακό” σκηνικό της Χιλής τα τελευταία 20 χρόνια, από την άφιξη της δημοκρατίας.

Περιεχόμενα:

  • ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ – ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΑΛΛΑΓΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
  • ΕΝΟΠΛΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΧΙΛΗ
  • Σύντομη Ιστορία των Μapu – Lautaro…
  • Δράσεις άλλων ένοπλων ομάδων την περίοδο της δημοκρατίας (1990 – 1994)
  • Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ
  • ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΟΤΑΤΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΩΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ» ΣΤΗ ΧΙΛΗ.
  • Μέρα του Νεαρού Αγωνιστή.
  • «Ελευθεριακό κίνημα»
  • Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ MAPUCHE
  • ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  • ΤΟ  ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΜΑΠΟΥΤΣΕ ARAUCO MALLECO (CAM)
  • Ανακοίνωση από τα κρησφύγετα στην Νότια Αμερική σχετικά με την σκευωρία της 14ης Αυγούστου

Κατεβάστε-Διαβάστε πατώντας εδώ

Πηγή: Anarxeio

 

Η Αναρχική δραστηριότητα στη Ναζιστική Γερμανία

Posted in ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ with tags , , , , , , , , , , on Μαΐου 26, 2014 by Persona Non Grata

BaCSma2CYAAxM-YΑναδημοσίευση από το site των Λυσσασμένων Προλετάριων

Μερικές σημειώσεις πάνω στη δραστηριότητα των Αναρχικών στη Γερμανία λίγο πριν και λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους ναζί, συμπεριλαμβανομένων των αποπειρών δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Αμερικάνοι πήραν στην κατοχή τους τα αρχεία της αστυνομίας και όταν ανοίχτηκαν, ανακάλυψαν ότι μέσα στο χρόνο η αναρχική αντίσταση ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Ήταν ένα άκρως ενεργό και με επιρροή στην εργατική τάξη αναρχικό κίνημα που αναπτύχθηκε από τη προεδρία του Μπίσμαρκ μέχρι τη δικτατορία του Χίτλερ. Το αναρχικό κίνημα αγνοήθηκε από τους ιστορικούς επειδή οι εργάτες γενικά, όπως και οι γυναίκες πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν γι’ αυτούς μόνο σε σχέση με τις πολιτικές εξουσίας ή με διανοητικά ρεύματα (ίσως, επίσης, επειδή περιέχει πολύ έρευνα και απαιτεί να “χώσεις τη μύτη σου” βαθιά). Εδώ μπορούμε μόνο να δώσουμε κάποιες υποδείξεις προς περαιτέρω διερεύνηση.

Συνέχεια

Μια δραστική αδιαθεσία…

Posted in ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ with tags , , , , , , , , , , , on Μαρτίου 13, 2014 by Persona Non Grata

Κείμενο από το 2ο τεύχος του αναρχικού εντύπου Diskordia (Βόλος)

autonomie-1Δευτέρα 15-12-1969, αστυνομική διεύθυνση του Μιλάνο αργά το βράδυ. Το σώμα κάποιου άντρα πέφτει από ένα παράθυρο ψηλά και τσακίζεται στο έδαφος. Λίγες μέρες πριν, οι αρχές σε ένα κατασταλτικό πογκρόμ, συνέλαβαν περισσότερα από 100 άτομα του αναρχικού χώρου αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, κατηγορώντας τους για εμπλοκή στην υπόθεση των φασιστικών βομβών της 12-12 στην Πιάτσα Φοντάνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο αναρχικός Τζιουζέπε Πινέλλι, εργαζόμενος στα τρένα -σύνδεση κι αποσύνδεση βαγονιών ήταν το πόστο του- αυτός που οι μπάτσοι σκότωσαν πετώντας τον από το παράθυρο.

«Εκρήγνυνται 4 βόμβες. Μία που είχε τοποθετηθεί στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα στην Piazza Fontana στο Μιλάνο, προκαλεί 16 νεκρούς και πάνω από 100 τραυματίες. Στη Ρώμη, εκρήγνυνται μία στην Εθνική Τράπεζα Εργασίας με 14 τραυματίες, και δύο στο Βωμό της πατρίδας στην  Piazza Venezia με 4 τραυματίες. Μια άλλη βόμβα εντοπίζεται χωρίς να εκραγεί στην Εμπορική Τράπεζα του Μιλάνο, στην Piazza del Scala – προκαλείται ελεγχόμενη έκρηξη από πυροτεχνουργούς.»

Συνέχεια

Καλύτερα και από ό,τι γνωρίζουμε τον εαυτό μας: Μια οπτική της άρχουσας τάξης για τα συνδικάτα

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΡΓΑΣΙΑ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ with tags , , , , , on Μαΐου 3, 2013 by Persona Non Grata

Πηγή: Μεταφραστική ομάδα «Λυσσασμένοι Προλετάριοι»

Εάν η μοναδική σου πληροφόρηση για τα εργασιακά θέματα προέρχεται από τις σκισμένες και κουρελιασμένες σελίδες μιας πεταμένης φυλλάδας του στιλ “ταμπλόιντ”, τότε ίσως μπορεί να σου συγχωρηθεί ότι ακόμα πιστεύεις, πως συνδικάτα, όπως το TUC (1), ενθαρρύνουν οποιουδήποτε είδους μαχητικές διεκδικήσεις στους εργασιακούς χώρους. Γεμάτα από εισφορές διευθυνόντων συμβούλων και μεγαλοστελεχών, τρομολάγνοι γραφιάδες, συγκαταβατικούς πολιτικούς, ακόμη και από αξιωματούχους που καμιά φορά χρησιμοποιούν σκληρή γλώσσα για να θολώσουν τα νερά, μπορεί ακόμη και να σε έχουν κάνει να νομίζεις ότι αποτελούν μια αστείρευτη κινητήρια δύναμη της ταξικής πάλης. Η πραγματικότητα για εμάς που τη ζούμε από μέσα είναι πολύ διαφορετική: μακριά από την  οποιουδήποτε ενθάρρυνση και οργάνωση μαχητικών δράσεων, τις περισσότερες φορές, τα συνδικάτα  ξεπουλάνε τους μαχητικούς εργαζομένους, αφήνοντας τους ανίσχυρους και περιθωριοποιημένους.

tumblr_lr0ekzVOUo1qksiu6o1_400

Πάρτε για παράδειγμα μια απεργία. Πρώτον, η απεργία είναι ένας αγώνας που κρίνεται από μια ψηφοφορία. Όταν η ψηφοφορία διασφαλίζεται ως έγκυρη από ένα ελάχιστο αριθμό ατόμων, η απόφαση για απεργία περνάει, αλλά το συνδικάτο δεν κάνει τίποτα απολύτως πέρα από το να προετοιμαστεί για κάτι που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια συμβολική μονοήμερη απεργία. Στην πραγματικότητα, τα υπόλοιπα συνδικάτα στον ίδιο χώρο εργασίας διαμηνύουν στα μέλη τους να εργαστούν την ημέρα της απεργίας. Την τελευταία στιγμή τα αφεντικά αμφισβητούν την ψηφοφορία για τεχνικούς λόγους. Το συνδικάτο τότε κωλώνει και ακυρώνει την απεργία. Αμέσως μετά, η διεύθυνση της επιχείρησης προσφέρει μια οριακή βελτίωση, την οποία το συνδικάτο δέχεται με ελάχιστη ή καμία διαβούλευση από τα μέλη του. Οποιαδήποτε πιθανότητα πραγματικού αγώνα εκμηδενίζεται από τους ίδιους τους ηγέτες μας, οι οποίοι υποτίθεται ότι πρέπει να φροντίζουν για τα συμφέροντά μας. Στη χειρότερη περίπτωση, τα αφεντικά και το ίδιο το συνδικάτο θα στραφούν εναντίον των μαχητικών  συνδικαλιστών που είναι εναντίον του συμβιβασμού με τα αφεντικά και πιέζουν για ανεξάρτητη, μαχητική δράση.

Συνέχεια

ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΥ

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ with tags , , , on Απρίλιος 28, 2013 by Persona Non Grata

Μετάφραση: Λυσσασμένοι Προλετάριοι

ατομ

Η έννοια του ατομικισμού έχει διαφορετικές έννοιες στις αμερικάνικες και ρώσικες αντιλήψεις. Ένας ατομικιστής μπορεί να θεωρηθεί  κάποιος ο οποίος δεν κατανοεί την ανάγκη να υπακούσει στην συλλογική βούληση, ή ένας ακλόνητος ηδονιστής, ή απλά ένας ασυμβίβαστος. Η πιο κοινή αντίληψη για τον ατομικισμό φαίνεται πως είναι αυτή μίας φιλοσοφίας απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα. Αυτή η φιλοσοφία, αν και πραγματική, δε θα ‘πρεπε να συγχέεται με τον αναρχικό ατομικισμό: οποιαδήποτε τέτοια κατανόηση είναι στην πραγματικότητα μια διαστρέβλωση της φιλοσοφίας του, η οποία κρατάει σαν ιεροφύλακας τη θεμελιώδη αντίληψη για την αξία κάθε ατόμου.

Αυτή η παρανόηση των εννοιών του αναρχισμού και του ατομικισμού οργιάζει και είναι εμφανής για παράδειγμα στην κατηγοριοποίηση του Μαξ Στίρνερ, ίσως του μεγαλύτερου αναρχοατομικιστή στοχαστή, ως πνευματικού πατέρα της άκρας δεξιάς˙ το κλασικό του βιβλίο «Ο μοναδικός και το δικό του» εκδόθηκε στην Αμερική και στο εξωτερικό στο πλαίσιο εκδόσεων της άκρας δεξιάς, συμπεριλαμβανομένου και του φασισμού. Ωστόσο, απέχοντας από την έκθεση μιας φιλοσοφίας με κάθε κόστος, ο Στίρνερ επεσήμανε ότι οι πράξεις ενός ατομικιστή δε θα ‘πρεπε να καταπατούν τους άλλους˙ τέτοιες πράξεις θα καταπατούσαν τα ατομικά δικαιώματα των άλλων.

Συνέχεια

«Μαύρες παντιέρες»

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ with tags , , , on Δεκέμβριος 14, 2012 by Persona Non Grata

images

Μαύρα λάβαρα στον άνεμο

βαμμένα με αίμα και ήλιο.

Μαύρα λάβαρα στον ήλιο

ουρλιαχτό δόξας στον άνεμο!

[…]

Ω, μαύρες παντιέρες υψωμένες

απ’ την πυγμή του εξεγερμένου ανθρώπου

-που συγκεντρώνει τη ματιά του έντονα

πέρα απ’ το κυρίαρχο ψέμα

-ανεμίζοντας στον ήλιο και τον άνεμο

ανεμίζοντας στον άνεμο και τον ήλιο

Η νίκη γελά στο βάθος!

Στο βάθος – στο βάθος – στο βάθος!

Στο μεγαλείο του ήλιου και τ’ ανέμου!

[…]

Είμαστε οι φορείς

των αναμμένων πυρσών.

Είμαστε οι φλογιστές

των αναμμένων πυρών.

Η σημαία μας μαύρη.

Ο δρόμος μας είναι το άπειρο.

Και το ύψιστο ιδανικό μας

είναι η κορφή και η άβυσσος.

Περπατάμε μες στη νύχτα

μ’ έναν ήλιο στο τσερβέλο·

και με πυρωμένα μάτια

δύο πελώρια χρυσά αστέρια.

[…]

Ω μαύρες παντιέρες,

ω μαύρα τρόπαια,

εμβλήματα και σύμβολα

της αιώνιας εξέγερσης.

[…]

Την σφίγγω μες στη γερή γροθιά μου

και μες στις θύελλες και τους ανέμους

την υψώνω στο μεγαλείο του ήλιου.

Στο μεγαλείο του ήλιου και των ανέμων…

Των ανέμων και του ήλιου και του φωτός.

[…]

Τρέχουμε πέρα από κάθε σύστημα

Τρέχουμε πέρα από κάθε φόρμα

Πετάμε προς την υπέρτατη λευτεριά

Προς την ακραία ΑΝΑΡΧΙΑ!

Ρέντσο Νοβατόρε

«Η επίθεση είναι η καλύτερη μορφή άμυνας»

Posted in ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ, ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , , , , , , on Δεκέμβριος 13, 2012 by Persona Non Grata

Του Γιόχαν Μοστ.

Μετάφραση: Μεταφραστικό Δίκτυο Αντιπληροφόρησης – Contra Info

Πηγή: Λυσσασμένοι Προλετάριοι

12Εφόσον πιστεύουμε πως η προπαγάνδα μέσα από τη δράση είναι χρήσιμη, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να αποδεχτούμε και τις καταστάσεις που αυτή συνεπάγεται.

Όλοι γνωρίζουν, λόγω εμπειρίας, ότι όσο πιο ψηλά βρίσκεται αυτός που πυροβολείται ή ανατινάζεται, κι όσο άριστα εκτελεσμένη είναι η απόπειρα, τόσο μεγαλύτερο είναι το προπαγανδιστικό αποτέλεσμα.

Οι βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία είναι η μεθοδική προετοιμασία, η εξαπάτηση του εν λόγω εχθρού και το ξεπέρασμα οποιουδήποτε εμποδίου στέκεται ανάμεσα σ’ αυτόν που πραγματοποιεί την πράξη και στον εχθρό.

Τα έξοδα που προκύπτουν από τις εν λόγω επιχειρήσεις είναι, κατά κανόνα, αρκετά σημαντικά. Πράγματι, θα μπορούσε κάποιος να φτάσει στο σημείο να πει πως η δυνατότητα επιτυχίας μια τέτοιας δράσης εξαρτάται συνήθως από το εάν τα οικονομικά μέσα που είναι διαθέσιμα αρκούν για να ξεπεραστούν οι υπάρχουσες δυσκολίες. Στις μέρες μας, το χρήμα ανοίγει πολλές πόρτες οι οποίες δε θα μπορούσαν να σπάσουν με ένα σιδερολοστό. Η πειστικότητα του ήχου των κερμάτων κάνει τους ανθρώπους τυφλούς και ηλίθιους. Η δύναμη ενός τραπεζικού λογαριασμού υπερισχύει οποιουδήποτε κυβερνητικού φιρμανιού.

Ένας άνθρωπος χωρίς λεφτά δεν μπορεί να εισβάλει εύκολα στην «υψηλή κοινωνία» χωρίς να θεωρηθεί «ύποπτος», χωρίς να τεθεί υπό επιτήρηση, κι είτε να συλληφθεί με συνοπτικές διαδικασίες ή τουλάχιστον να αποτραπεί με κάποιον τρόπο απ’ την πραγμάτωση της επαναστατικής του πρόθεσης. Απ’ την άλλη, κάνοντας τον εαυτό του κομψό και «διακεκριμένο», ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα και χωρίς να γίνεται αντιληπτός, και μόλις του δοθεί η δυνατότητα να επιφέρει το αποφασιστικό πλήγμα ή να θέσει σε λειτουργία μια θανατηφόρα μηχανή, την οποία έκρυψε εκ των προτέρων σε κάποια καλή κρυψώνα.

Αν στη συνέχεια κάποιοι σύντροφοι εμπνευστούν από ιδανικά σαν αυτά, αν αποφασίσουν να ρισκάρουν τις ζωές τους για την πραγμάτωση μιας επαναστατικής πράξης και αν –συνειδητοποιώντας πως οι συνεισφορές των εργατών είναι μια σταγόνα στον ωκεανό– απαλλοτριώσουν τα αναγκαία μέσα για να φέρουν σε πέρας την πράξη, κατά τη γνώμη μας οι ενέργειές τους αυτές είναι απολύτως σωστές και σε καμία περίπτωση δεν είναι αφύσικες.

Πραγματικά, είμαστε απολύτως πεπεισμένοι πως δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να πραγματοποιηθούν πλήρως οποιεσδήποτε αξιόλογες πράξεις, αν προηγουμένως οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι δεν έχουν απαλλοτριωθεί απ’ το αντίπαλο στρατόπεδο.

Ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε επιδοκιμάζει μια πράξη εναντίον ορισμένων αντιπροσώπων της σύγχρονης «τάξης των κλεφτών», αλλά την ίδια στιγμή καταδικάζει τον τρόπο με τον οποίο αποκτώνται αυτοί οι πόροι, είναι ένοχος της πιο εξόφθαλμης αντίφασης. Κανένας ο οποίος θεωρεί την ίδια την πράξη ως σωστή, δεν μπορεί να την προσβάλει ως άδικη εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο αποκτήθηκαν οι πόροι, καθώς θα ήταν σαν κάποιος να χαίρεται για την ύπαρξή του, αλλά να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε. Οπότε επιτρέψτε μας να μην ακούμε πια αυτήν τη βλακώδη έκφραση περί «ηθικής αγανάκτησης» για τη «ληστεία» και την «κλοπή» – από τα στόματα των σοσιαλιστών, αυτού του είδους η βλακεία είναι πραγματικά η πιο ηλίθια μπούρδα που μπορεί κανείς να φανταστεί. Αφού χρόνο με το χρόνο οι εργάτες στερούνται τις βασικές τους βιοτικές ανάγκες, όποιος θέλει να αναλάβει δράση για τα συμφέροντα του προλεταριάτου ενάντια στους εχθρούς του, είναι αναγκασμένος να αναμειχθεί με την «αφρόκρεμα» των ληστών και κλεφτών, έτσι ώστε να απαλλοτριώσει τουλάχιστον όσα παράγονται από τα χέρια των εργατών και να τα χρησιμοποιήσει για τους σωστούς σκοπούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν έχουμε να κάνουμε με ληστεία ή κλοπή, αλλά το ακριβώς αντίθετο.

Αυτοί λοιπόν που καταδικάζουν τέτοιου είδους απαλλοτριωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές που συζητάμε εδώ, τάσσονται επίσης ενάντια στις ατομικές επαναστατικές ενέργειες. Αυτοί που απεχθάνονται μετά βδελυγμίας τέτοιες ενέργειες είναι εντελώς ασόβαροι, αυταπατώνται όταν αυτοαποκαλούνται επαναστάτες, απονευρώνουν το πιο ενεργό και αφοσιωμένο πρωτοποριακό κομμάτι του προλεταριάτου, παίζουν την πουτάνα του εργατικού κινήματος, κι όταν ιδωθούν με καθαρό μάτι, αποδεικνύεται πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από ύπουλοι ρουφιάνοι.

Επιπλέον, κάθε «παράνομη» δράση –είτε είναι προπαρασκευαστική για κάποια άμεση επαναστατική δράση είτε όχι– μπορεί εύκολα να επιφέρει απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες από τη φύση τους παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης κατάστασης.

Από τα όσα έχουν ειπωθεί ως τώρα έπεται πως αυτές οι δευτερεύουσες περιστάσεις (τα τυχαία περιστατικά) δεν μπορούν να διαχωριστούν από την κύρια ενέργεια και να κριθούν με ειδικά κριτήρια.

Για παράδειγμα, αν ένας επαναστάτης, είτε κατά τη διάρκεια μιας εκδικητικής ενέργειας ή κάποιας παρόμοιας, είτε κατά την απαλλοτρίωση των μέσων που χρειάζονται για την πραγμάτωσή της (λεφτά, όπλα, δηλητήριο, εκρηκτικά κ.λπ.), ξαφνικά συναντήσει κάποιον που του στέκεται εμπόδιο –κι αν αυτό θέτει τον ίδιο τον επαναστάτη σε σοβαρότατο κίνδυνο–, τότε όχι μόνο έχει το δικαίωμα, από τη συνήθη σκοπιά της αυτοάμυνας και της αυτοσυντήρησης, να καταστρέψει όποιον κι αν τον πρόδωσε με την παρέμβασή του –επειδή η παρουσία αυτού του ατόμου θα μπορούσε να τον στείλει στη φυλακή ή στην κρεμάλα–, αλλά έχει και το καθήκον να εξαλείψει αυτό το αναπάντεχο εμπόδιο, για χάρη του σκοπού για τον οποίο αγωνίζεται.

Πέρα από μία δομή της «σύνθεσης»

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , on Ιουλίου 28, 2012 by Persona Non Grata
Αντί για μία αναρχική οργάνωση της «σύνθεσης», προτείνουμε μία άτυπη αναρχική οργάνωση βασισμένη στον αγώνα και τις αναλύσεις που αναδύονται από αυτόν.
 
Οι αναρχικοί όλων των τάσεων αρνούνται το μοντέλο της ιεραρχικά δομημένης και εξουσιαστικής οργάνωσης. Αρνούνται τα κόμματα, τις κάθετου τύπου οργανώσεις που επιβάλλουν ντιρεκτίβες από τα πάνω, με έναν περισσότερο ή λιγότερο φανερό τρόπο. Διατυπώνοντας την απελευθερωτική επανάσταση ως αρχή και ως μόνη εφικτή κοινωνική λύση, οι αναρχικοί θεωρούν πως τα μέσα που χρησιμοποιούνται για αυτήν την μεταμόρφωση  πρέπει να είναι ανάλογα του σκοπού που θέλουν να επιτύχουν. Και οι εξουσιαστικές οργανώσεις σίγουρα δεν είναι όργανα που οδηγούν στην απελευθέρωση.
 
 
Ταυτόχρονα, δεν είναι αρκετό να συμφωνούμε με τα παραπάνω στα λόγια. Είναι απαραίτητο να τα κάνουμε και πράξη. Κατά τη γνώμη μας, μία αναρχική δομή όπως αυτή της «σύνθεσης» εμπεριέχει αρκετούς κινδύνους. Όταν αυτό το είδος οργάνωσης φτάνει σε πλήρη ισχύ, όπως στην Ισπανία το ’36, αρχίζει να μοιάζει με κόμμα. Η «σύνθεση» μετατρέπεται σε έλεγχο. Σίγουρα σε ήρεμες περιόδους αυτό είναι τόσο λίγο ορατό, ώστε αυτό που λέμε τώρα ίσως να μοιάζει με βλασφημία.
 
Αυτό το είδος δομής βασίζεται σε ομάδες και άτομα που βρίσκονται λίγο-πολύ σε συνεχή επαφή μεταξύ τους και το αποκορύφωμα του είναι τα περιοδικά συνέδρια. Σε αυτά τα συνέδρια συζητείται η βασική ανάλυση, σχεδιάζεται ένα πρόγραμμα και χωρίζονται τα καθήκοντα που καλύπτουν όλο το εύρος της κοινωνικής παρέμβασης. Είναι μια οργάνωση της σύνθεσης γιατί θέτει τον εαυτό της ως σημείο αναφοράς, ικανό να συνθέσει του αγώνες που γίνονται εντός της ταξικής πάλης. Οι διάφορες ομάδες παρεμβαίνουν στους κοινωνικούς αγώνες, συνεισφέρουν αλλά δεν ξεχνούν το θεωρητικό και πρακτικό προσανατολισμό που η οργάνωση αποφάσισε ως σύνολο κατά τη διάρκεια του συνεδρίου.
 
 
Κατά τη γνώμη μας, μία οργάνωση δομημένη με αυτόν τον τρόπο διατρέχει τον κίνδυνο να μείνει πίσω αναφορικά με το επίπεδο αποτελεσματικότητας του αγώνα καθώς ο κύριος στόχος της είναι να διεξάγει τον αγώνα στα πλαίσια της «σύνθεσης» και όχι να προωθήσει την εξεγερσιακή πραγμάτωση. Μία από τις κύριες επιδιώξεις της είναι η ποσοτική αύξηση  σε μέλη. Για αυτό το λόγο έχει την τάση να «τραβά» τον αγώνα στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή και να συστήνει προσοχή, επιδιώκοντας το φρενάρισμα βημάτων προς τα εμπρός ή την επιλογή στόχων που είναι εκτεθειμένοι ή επικίνδυνοι.
 
Φυσικά αυτό δε σημαίνει ότι όλες οι ομάδες που ανήκουν σε αυτήν την οργάνωση της σύνθεσης αυτομάτως δρουν με αυτόν τον τρόπο. Συχνά, σύντροφοι είναι αρκετά αυτόνομοι ώστε να διαλέγουν τις πιο αποτελεσματικές προτάσεις και στόχους σε μία δεδομένη φάση του αγώνα. Υπάρχει όμως στην οργάνωση της σύνθεσης ένας εγγενής μηχανισμός που την οδηγεί στο να παίρνει αποφάσεις ακατάλληλες για τη δεδομένη συγκυρία καθώς ο κύριος στόχος της είναι να μεγαλώσει και να αναπτύξει ένα όσο πιο ευρύ μέτωπο αγώνα μπορεί. Έχει την τάση να μην παίρνει μια ξεκάθαρη θέση στα πράγματα αλλά να βρίσκει ένα τρόπο, ένα πολιτικό δρόμο, που δυσαρεστεί τους λιγότερους και είναι «εύπεπτος» για τους περισσότερους.
 


Οι αντιδράσεις που λαμβάνουμε όταν ασκούμε τέτοιου είδους κριτική υπαγορεύονται συνήθως από φόβο και προκατάληψη. Ο κύριος φόβος που μας σπρώχνει σε οργανωτικά σχήματα και στο φορμαλισμό μεταξύ συντρόφων είναι αυτός του αγνώστου. Αυτός μας προφυλάσσει από την αναζήτηση, η οποία εξαρτάται από το ρίσκο του να βρούμε τους εαυτούς μας να βιώνουν άγνωστες εμπειρίες. Αυτό γίνεται φανερό όταν βλέπουμε τη μεγάλη ανάγκη που νιώθουν κάποιοι σύντροφοι για μία φορμαλιστική οργάνωση που προσφέρει συνέχεια, σταθερότητα και πολιτικό αγώνα βασισμένο σε ένα σχέδιο που έχει δουλευτεί από πριν.
 
Στην πραγματικότητα αυτά τα στοιχεία εξυπηρετούν την ανάγκη μας για σιγουριά και όχι κάποια επαναστατική αναγκαιότητα.
 
Αντίθετα πιστεύουμε πως η άτυπη οργάνωση μπορεί να μας προμηθεύσει με σταθερά σημεία εκκίνησης για να βγούμε από αυτήν την αβεβαιότητα.
 
Αυτός ο διαφορετικός τύπος οργάνωσης μας φαίνεται πως είναι ικανός να αναπτύξει, σε αντίθεση με την οργάνωση της «σύνθεσης», πιο συμπαγείς και παραγωγικές σχέσεις αφού θα βασίζονται στην αλληλεγγύη και στην αμοιβαία γνώση του άλλου. Επίσης η στιγμή που δείχνει τις αληθινές της δυνατότητες είναι όταν συμμετέχει σε συμπαγείς καταστάσεις πάλης και όχι όταν σχεδιάζει θεωρητικές ή πρακτικές πλατφόρμες, κανονισμούς και κανόνες συνεργασίας.
 
Μία οργάνωση δομημένη άτυπα δε δημιουργείται βασισμένη σε ένα πρόγραμμα φτιαγμένο σε κάποιο συνέδριο. Οι ίδιοι οι σύντροφοι συνειδητοποιούν το πόνημα μέσα στη ροή και την ανάπτυξη του ίδιου του αγώνα. Αυτή η οργάνωση δεν έχει κάποιο προνομιούχο όργανο θεωρητικής και πρακτικής επεξεργασίας ούτε έχει προβλήματα «σύνθεσης». Κύριο μέλημα της είναι να παρεμβαίνει σε έναν αγώνα φέροντας μία εξεγερσιακή προοπτική.
 
Παρά του μεγάλους περιορισμούς που συναντούν οι σύντροφοι που συμμετέχουν σε άτυπες αναρχικές οργανώσεις και παρά τα όποια ελαττώματα εμφανιστούν αργότερα, συνεχίζουμε να θεωρούμε αυτήν τη μέθοδο έγκυρη και πιστεύουμε πως η περεταίρω θεωρητική και πρακτική εξερεύνηση της, αξίζει τον κόπο.
Μετάφραση από τα αγγλικά του άρθρου «Beyond the Structure of Synthesis» που δημοσιεύτηκε στο αναρχικό περιοδικό «Insurrection», στο 4ο τεύχος το Μάιο του 1988. Τα έξι τεύχη του περιοδικού μπορείτε να τα κατεβάσετε όλα μαζί από την ενότητα Επαναστατική κουλτούρα ή μεμονωμένα τεύχη από το blog 325.nostate.net
Αναδημοσίευση από το site Parabellum

Πέρα από τη Δεξιά και την Αριστερά: Αναρχία

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , on Απρίλιος 18, 2012 by Persona Non Grata

Του NICO BERTI

Ο αναρχισμός σε ποια πλευρά βρίσκεται; Στη δεξιά ή την αριστερά; Η ερώτηση είναι λιγότερο ρητορική απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά κι έτσι έρχεται ο Νico Berti να επιβεβαιώσει μια διάσημη ρήση της ελευθεριακής κουλτούρας: “Ο αναρχισμός ναι μεν βρίσκεται μέσα στην ιστορία, αλλά και της εναντιώνεται”. Αυτή η άποψη έχει δύο πλευρές θεώρησης: η μία, η ιστορική, βλέπει τον αναρχισμό ως μέρος της πορείας των δυνάμεων της αριστεράς, ενώ η άλλη, η αυστηρώς θεωρητική, οφείλει να αναγνωρίσει ότι ο αναρχισμός βρίσκεται πέραν της αριστεράς και της δεξιάς. Το κείμενο του Νico Berti ; (καθηγητή της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα και ιστορικού στελέχους του αναρχικού χώρου στην Ιταλία) εξετάζει ακριβώς αυτό το σημαντικό ζήτημα, προκειμένου να δώσει μια απάντηση εξαιρετικά χρήσιμη αυτή την περίοδο. Δημοσιεύτηκε στην ιταλική αναρχική επιθεώρηση Volonta. τόμος 3-4. 1996

Συνέχεια

2011: Τίτλοι Τέλους.Μία οδή για την χρονιά που τελειώνει | eagainst.com

Posted in ΑΓΡΙΕΣ ΑΠΕΡΓΙΕΣ, ΔΡΟΜΟΣ, ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΞΕΓΕΡΣΗ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ - ΤΑΞΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ with tags , , , , , , , , , , , , , , , , , , on Δεκέμβριος 29, 2011 by Persona Non Grata

Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι ημέρες του 2011 αποτέλεσαν μια μαύρη κηλίδα στο βιβλίο της πρόσφατης Ιστορίας. Στην πραγματικότητα, φυσικά, οι μέρες αυτές δεν μπορούν να εξετασθούν ξεχωριστά από τις ιστορικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, αλλά μόνο ως συνέχεια και συνέπειά τους. Το 2011, λοιπόν, μπορεί ταυτόχρονα να ιδωθεί ως αποτέλεσμα-αντίδραση αλλά και ως εκκίνηση-ερέθισμα. Ως το αποτέλεσμα της κρίσης του καπιταλισμού, που οδηγεί σε σκληρότερες νεοφιλελεύθερες πολιτικές στρατηγικές, αλλά και ως εκκίνηση δράσης ενός παγκόσμιου κινήματος για την αυτονομία.

Η Αραβική Άνοιξη, ακόμη κι αν δεν πέτυχε όλα αυτά για τα οποία συνεχίζουν να δίνουν τη ζωή τους χιλιάδες πολίτες, αποτελεί την αφετηρία της αφύπνισης λαών που στέναζαν κάτω από δικτατορίες. Η τραγωδία της Φουκουσίμα έδωσε ώθηση στο κίνημα ενάντια στα πυρηνικά και στην αναζήτηση μεθόδων παραγωγής ενέργειας σε συνεργασία με τη φύση. Το κίνημα των Αγανακτισμένων σε Ευρώπη και Αμερική, επανέφερε τα προτάγματα της αυτονομίας, της άμεσης δημοκρατίας, της εναλλακτικής οικονομίας και έβγαλε ένα ογκώδες λίθο από το τείχος της απάθειας. Το ρατσιστικό πογκρόμ της Αθήνας και οι ναζιστικές θηριωδίες σε όλη την Ευρώπη αποκάλυψαν για άλλη μια φορά τον τρόμο που μπορεί να προκαλέσει ο ενστερνισμός εθνικιστικών και ναζιστικών ιδεοληψιών. Ο αγώνας των κατοίκων της Κερατέας αποτέλεσε ένα παράδειγμα σύγχρονου γαλατικού χωριού, που σε συνδυασμό με τον αγώνα των απεργών της χαλυβουργίας μας δείχνουν το δρόμο της αντίστασης ενάντια στις αποφάσεις της κάθε εξουσίας. Ο αναγκαστικός σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας, αλλά και η στάση των κομμάτων της αριστεράς σε διάφορες περιπτώσεις μας αποκάλυψαν ολοφάνερα πως το παρόν πολιτικο-οικονομικό σύστημα οδηγείται προς το τέλος, αρκεί εμείς να δράσουμε, δημιουργώντας την ιστορία μας μέσα από την αυτοθέσμιση, την αυτοοργάνωση, την κοινωνική αλληλεγγύη και τη στοχευμένη σύγκρουση με τις εκφάνσεις του φαντασιακού της κοινωνίας που πεθαίνει…

Συνέχεια

Η Αναρχική Υποκουλτούρα | Niccolò Machiavelli

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ with tags , , on Δεκέμβριος 11, 2011 by Persona Non Grata
Αναδημοσίευση από το site: //ΠαραλληλοΓράφος//

Εισαγωγή

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια ελεύθερη εισαγωγή στην ενδιαφέρουσα κριτική του Feral Faun, με τίτλο: “Η Αναρχική Υποκουλτούρα”, η οποία θα δημοσιευθεί σε επόμενη ανάρτηση, λόγω της μεγάλης έκτασης και των δύο κειμένων.

«Όταν ο σοφός δείχνει με το δάχτυλο το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοιτάζει το δάχτυλο»

Είχε γραφεί πριν λίγο καιρό στο blog του Παραλληλογράφου, ότι, αν το συγκεκριμένο ρητό αναφερόταν στα κοινωνικά κινήματα της εποχής μας και κυρίως αυτά των δυτικών κοινωνιών, ο σοφός θα συμβόλιζε την ίδια την Ζωή και τις απαιτήσεις της, το δάχτυλό του θα συμβόλιζε τα κοινωνικά κινήματα και τον έμπρακτο προσανατολισμό τους, αυτό δηλ. που δείχνουν (την πορεία προς…), ενώ το φεγγάρι θα συμβόλιζε την τελική (να το θέσουμε και λίγο καταχρηστικά) ουτοπία.

Ο ηλίθιος δε, αυτού του ρητού θα συμβόλιζε όλους εκείνους που, ανίκανοι και φοβισμένοι να ξεφύγουν από την λογική του ετεροκαθορισμού και να αντιμετωπίσουν ώριμα τις απαιτήσεις ενός προσωπικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού, κοιτάζουν το “δάχτυλο” συμμετέχοντας στα κοινωνικά κινήματα ως οπαδοί, ακολουθώντας τα πολλές φορές ως ουραγοί, λες και τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν μια μικροαστική αγέλη. Μια αγέλη που αποτελεί πιστό αντίγραφο ενός από τους μικροαστικούς πυλώνες του αστικού συστήματος (δηλ. της μικροαστικής καταναλωτικής αγέλης), με διαφορετικές όμως, αφετηρίες, όρους, συμβολισμούς και διαθέσεις.

Συνέχεια

Γράμμα απ’ τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στα οδοφράγματα της πλ. Ταχρίρ, της Αλεξάνδρειας, του Σουέζ, Αίγυπτος 4/12/2011

Posted in ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΞΕΓΕΡΣΗ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , , , , , , , , , , on Δεκέμβριος 8, 2011 by Persona Non Grata

εισαγωγή: Από τις 19 Νοέμβρη,  χιλιάδες Αιγύπτιοι κατεβήκαν ξανά στην πλατεία Ταχρίρ μετά την στρατιωτική καταστολή μιας διαδήλωση – επίδειξη δύναμης του στρατιωτικού καθεστώτος, σε μια κίνηση που ονομάστηκε “δεύτερη επανάσταση” ή “πραγματική επανάσταση”. Ουσιαστικά πρόκειται για την υπεράσπιση των ριζοσπαστικών στοιχείων της εξέγερσης, ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία που ανέλαβε τα ηνία της χώρας μετά τον διωγμό του Μουμπάρακ. Μέσα σε μια βδομάδα οι κινητοποιήσεις είχαν εξαπλωθεί σε πολλές πόλεις της Αιγύπτου ενώ η ίδια η πλ. Ταχρίρ μετατράπηκε ξανά σε πεδίο διαλόγου και πολέμου. Μέχρι σήμερα τουλάχιστον 40 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και πάνω από 2.000 έχουν τραυματιστεί σοβαρά. Οι εκλογές της περασμένης Δευτέρας, ανέδειξαν με πρωτοφανή συμμετοχή νικητή την Μουσουλμανική Αδελφότητα, με τις ψήφους της -όλον αυτόν τον καιρό- σιωπηλής πλειοψηφίας των Αιγυπτίων που φαίνεται να επιθυμεί μια επιστροφή σε μια οποιαδήποτε ομαλότητα μετά τις ταραχές του 2011, βάζοντας έτσι την ταφόπλακα στην επανάσταση, γεγονός που βρίσκει απέναντί του το πείσμα των πιο προλεταριακών κι επαναστατικών στοιχείων της αιγυπτιακής κοινωνίας.

Συνέχεια

Πορεία Τιμής και Αγώνα για τον Λάμπρο Φούντα

Posted in ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΔΡΟΜΟΣ with tags , , , , , , , , , on Μαρτίου 10, 2011 by Persona Non Grata

Πορεια Τιμής και Αγώνα για τον αναρχικό σύντροφο μέλος του Επαναστατικού Αγώνα Λάμπρο Φούντα
ΠΡΟΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ-ΜΙΚΡΟΦΩΝΙΚΗ 4μμ
Η πορεια θα ξεκινήσει λιγο μετά τις 5μμ

 

Σχετικά άρθρα:

10/3 Επιστολή των 3 φυλακισμένων μελών του Επαναστατικού Αγώνα

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΘΕΩΡΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , on Αύγουστος 5, 2010 by Persona Non Grata

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΠΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΟΜΗΣ ΜΕ ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ

Μια πράξη, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, ποτέ δεν είναι αυτή καθ’ αυτή επαναστατική. Είναι το υποκείμενο που νοηματοδοτεί την ενέργεια, που την κάνει επαναστατική ή οτιδήποτε άλλο (φυσικά, θα πρέπει να υπάρχει και μια αυτονόητη αντιστοιχία της πράξης με τη νοηματοδότησή της). Άλλο νόημα θα έχει ο εμπρησμός μιας αλβανικής τράπεζας, παράδειγμα, εάν οι δράστες είναι ναζί κι άλλο νόημα εάν οι δράστες είναι αναρχικοί . Το ίδιο συμβαίνει και με τις ληστείες. Έχοντας σαν πυξίδα αυτή τη διαπίστωση, ας αποπειραθούμε να κατηγοριοποιήσουμε το φαινόμενο της ληστείας. Χονδρικά, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τη ληστεία σε τρία “είδη”: η κοινή ληστεία, η “κοινωνική” ληστεία και η επαναστατική ληστεία. Φυσικά, η κατάταξη αυτή δεν περιορίζει το φαινόμενο σε αυστηρά οριοθετημένα σύνορα. Υπάρχουν τόσο οι υβριδικές καταστάσεις, αλλά και η μεταπήδηση από τη μια κατηγορία στην άλλη.

Ο «κοινός» ληστής (είτε ληστεύει τράπεζες, είτε περίπτερα), ανήκει στον υπό-κοσμο, στην αντι-κοινωνία. Είναι, δηλαδή, η ίδια η κοινωνία που κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει το είδωλό της ανεστραμμένο. Όπως ο μέσος μικροαστός θέλει να πλουτήσει ή να ανελιχθεί στην κοινωνική κλίμακα, έτσι και ο παράνομος κάνει το ίδιο με άλλα μέσα. Δημιουργεί μια αντίστοιχη ιδιότυπη ταξική και ιεραρχική αντι-κοινωνία, με τους δικούς της νόμους, τη δική της ηθική και τα δικά της έθιμα. Στην ουσία τους, όμως, η νόμιμη κοινωνία και η παράνομη αντι-κοινωνία, είναι δίδυμα αδέρφια.

Από την άλλη η κοινωνική ληστεία είναι σάρκα από τη σάρκα της αγροτικής κοινωνίας που τη γέννησε. Ο κοινωνικός ληστής δε συγκροτεί μια παράλληλη παράνομη αντι-κοινωνία, αντίθετα συμμετέχει στην κοινωνική ζωή σαν κανονικό μέλος της κοινότητας. Ο μαρξιστής ιστορικός Eric Hobsbawm αναφέρει σχετικά με τη σχέση του κοινωνικού ληστή με το χωρικό:

«Το ουσιαστικό στοιχείο, όσον αφορά τους κοινωνικούς ληστές, είναι το γεγονός ότι είναι εκτός νόμου και θεωρούνται κακούργοι από το φεουδάρχη και το κράτος, ενώ συγχρόνως παραμένουν μέσα στην επαρχιακή κοινωνία και θεωρούνται από τους κατοίκους ήρωες, προστάτες, εκδικητές, αγωνιστές για τη δικαιοσύνη, αρχηγοί απελευθερωτικών κινήσεων….

Η σχέση αυτή που ενώνει τον κοινό χωρικό με τον επαναστάτη, τον παράνομο και το ληστή κάνει ενδιαφέρον και σημαντικό το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας. Επί πλέον την ξεχωρίζει από δύο άλλους τύπους ληστείας στην ύπαιθρο, δηλ. από τη δραστηριότητα ενόπλων ομάδων επαγγελματικού τύπου ή από τους απλούς κλέφτες και από εκείνες της κοινωνίες, όπως πχ των Βεδουίνων, για τις οποίες οι επιδρομές είναι κανόνας ζωής».

Για τον κοινωνικό ληστή, ο απλός χωρικός δεν είναι “φυσική λεία”, ενώ ο χωρικός δε θεωρεί τον κοινωνικό ληστή ως “πραγματικό ληστή”: «ένας κοινωνικός ληστής δε θα βάλει ποτέ χέρι στη σοδειά του χωρικού. Στου τσιφλικά, όμως, οπωσδήποτε». Είναι χαρακτηριστική η αυτοπεριγραφή του Ιταλού ληστή Μάρκο Σιάρρα, που θεωρούσε τον εαυτό του ως μαστίγωμα του θεού, σταλμένου εναντίον των τοκογλύφων και αυτών που κατέχουν μη παραγωγικές εργασίες. Άλλωστε, ένα μεγάλο κομμάτι των κλοπιμαίων επιστρέφει στην αγροτική κοινότητα: ο ληστής χτίζει εκκλησίες ή τεμένη (αφού μοιράζεται τις ίδιες ηθικές και θρησκευτικές αντιλήψεις με την κοινότητα), παντρεύει τις φτωχές κοπέλες, χρηματοδοτεί ακόμα και δημόσια έργα! Πολλές φορές μάλιστα, δίνει λεφτά σε φτωχές οικογένειες. Ο Πάντσο Βίλλα μοίρασε τη λεία της πρώτης του ληστείας ως εξής: 5000 πέσος στη μητέρα του, 4000 σε συγγενείς, αγόρασε ένα ραφτάδικο σε ένα φτωχό, για να συντηρήσει την οικογένειά του, βοήθησε άλλον ένα φτωχό για να κρατήσει το μαγαζί του και ότι περίσσεψε το ξόδεψε σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Ο περουβιανός Λουίς Πάρδο, μοίραζε χούφτες με ασημένια νομίσματα, σεντόνια, σαπούνια, μπισκότα, κεριά κλπ Για τον Ντιέγο Κοριέντες της Ανδαλουσίας, έλεγαν ότι «κλέβει τον πλούσιο, βοηθά το φτωχό και δε σκοτώνει κανένα» και για τον Μπίλλυ δε Κιντ στη Ν.Δ. Αμερική: «ήταν καλός με τους μεξικανούς. Έμοιαζε με τον Ρομπέν των δασών. Έκλεβε από τους λευκούς και έδινε στους μεξικανούς». Ο Τζέσση Τζαίημς, αφού δάνεισε 800 δολάρια σε μια χήρα, για να πληρώσει το χρέος της σ’ έναν τραπεζίτη, ύστερα λήστεψε την τράπεζα και πήρε πίσω τα χρήματα.

Οι πράξεις αυτές έκαναν τους ληστές ιδιαίτερα αγαπητούς στο λαό. Ακόμα και οι ιδιοκτήτες κτημάτων, προτιμούσαν να έχουν πάρε-δώσε με ληστές παρά με την αστυνομία. Ένας βραζιλιάνος κτηματίας το 1930, έλεγε:

«προτιμώ να έχω να κάνω με ληστές, παρά με την αστυνομία. Η αστυνομία είναι ένα μπουλούκι σκυλοφονιάδων, που έρχονται από την πρωτεύουσα με την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι της επαρχίας προστατεύουν τους ληστές. Νομίζουν ότι γνωρίζουμε όλες τις εξόδους αποδράσεώς τους. Έτσι ο κύριος στόχος τους είναι αν αποσπάσουν ομολογίες με κάθε μέσο…

Και οι ληστές; Οι ληστές συμπεριφέρονται σα ληστές… Αν εξαιρέσουμε μερικούς που είναι πραγματικά σκληροί, δεν κάνουν κακό, παρά μόνο όταν τους κυνηγά η αστυνομία».

Ο κοινωνικός ληστής, παρ’ ότι έχει πολλά κοινά σημεία με τον κοινωνικό επαναστάτη, έχει και πολλές σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο κοινωνικός ληστής δεν έχει σα στόχο τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά είναι μια φιγούρα ατομικής εξέγερσης, μια πρωτόγονη μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας, προάγγελος και δυναμικό εκκολαπτήριο της εξέγερσης (σύμφωνα με τον Hobsbawm). Ο κοινωνικός ληστής είναι πάνω απ’ όλα εκδικητής:

«Εκδίκηση για προσωπική ταπείνωση, εκδίκηση και για εκείνους που καταπιέζουν τους άλλους. Το Μάη του 1744, ο αρχιληστής Ολέσκα Ντόβμπους χτύπησε το σπίτι του άρχοντα (σ.σ. σκληρού φεουδάρχη) Κονσταντίν Ζλοτίνσκι. Του βαλε τα χέρια πάνω στη φωτιά μέχρι να καούν, του βαλε δαυλιά αναμμένα πάνω στο δέρμα και δεν ήθελε να ακούσει για εξαγορά. “Δεν ήρθα εδώ για τα λεφτά σου αλλά για την ψυχή σου, γιατί αρκετά βασάνισες τόσο κόσμο”.»

Το σύνηθες πρότυπο του κοινωνικού ληστή είναι το εξής : μετά από μια άδικη δίωξη ή μετά από μια εγκληματική και βάναυση συμπεριφορά των τοπικών αρχών (μερικές φορές μετά και από έγκλημα τιμής), ο αγρότης βγαίνει στο βουνό και γίνεται ληστής, παίρνοντας όχι μόνο προσωπική εκδίκηση, αλλά και εκδίκηση εξ ονόματος όλης της κοινότητας. Η ιστοριογραφία βρίθει με περιπτώσεις εκδίκησης απέναντι σε τοπικούς άρχοντες, όπως η παραπάνω. Οι Ρώσοι ευγενείς, προς το τέλος του 18ου αιώνα, χαρακτήριζαν τους ληστές ως «κτήνη με ανθρώπινη μορφή, έτοιμοι να βεβηλώσουν κάθε τι ιερό, να σκοτώσουν, να λεηλατήσουν, να κάψουν, να βιάσουν τη θέληση του Κυρίου και τους νόμους του Κράτους». Η γνώμη, όμως, των τοπικών κοινοτήτων ήταν τελείως διαφορετική:

«Ο κλέφτης ανήκει στη μια πλευρά της κοινωνίας, εκείνη των φτωχών και των καταπιεσμένων. Μπορεί είτε να αφομοιωθεί απ’ την επανάσταση του χωρικού ενάντια στον αφέντη, της παραδοσιακής κοινωνίας ενάντια στη σύγχρονη, των περιθωριακών κοινοτήτων ή εκείνων της μειοψηφίας ενάντια στην ένταξή τους μέσα σε ένα πιο πλατύ σύστημα…»

Εδώ υπάρχει ένα κομβικό σημείο: ο κοινωνικός ληστής, ως άτομο πλήρως ενταγμένο στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία, είναι “παραδοσιακός επαναστάτης”. Η εξέγερσή του δεν αποσκοπεί στο μετασχηματισμό, αλλά στην επιστροφή πίσω στη ζωή των μικρών αγροτικών κοινοτήτων. Άλλωστε, στερούμενος από θεωρητική βάση, δεν πολεμούσε την εκμετάλλευση, αλλά την υπερ-εκμετάλλευση, δεν πολεμούσε την εξουσία, αλλά την κατάχρησή της:

«Προσπαθεί να παγιώσει το δίκιο ή τις “παλιές συνήθειες”, δηλ. τις δίκαιες σχέσεις στο εσωτερικό μιας καταπιεσμένης κοινωνίας. διορθώνει τα στραβά όπως θα λέγαμε. Δεν προσπαθεί να δημιουργήσει μια κοινωνία που να βασίζεται πάνω στην ελευθερία και την ισότητα. Οι ιστορίες που λέγονται γι αυτόν δείχνουν μέτριους θριάμβους , όπως πχ σώζει το κτήμα μιας χήρας, σκοτώνει έναν τοπικό τύραννο, ελευθερώνει έναν κρατούμενο κι εκδικείται έναν άδικο φόνο. Το πολύ-πολύ, κι αυτό συμβαίνει σπάνια,- όπως ο Βαρνταρέλλι στην Απούλια της Ιταλίας, να διατάζει τους παραγωγούς να δίνουν ψωμί στους εργάτες τους, να επιτρέπουν στους φτωχούς να συλλέγουν τη σπορά ή μπορεί και να μοιράσει δωρεάν αλάτι, κι έτσι να περιορίσει τους φόρους…»

Αυτή η ταύτιση του κοινωνικού ληστή με την κοινότητα, τον οδηγεί σε πόλεμο κυρίως με την τοπική εξουσία και λιγότερο με την κεντρική εξουσία (η οποία κάνει ελάχιστες εμφανίσεις στις κλειστές αγροτικές κοινότητες). Στο λαϊκό φαντασιακό, η κεντρική εξουσία αγνοεί τη βαναυσότητα και την ασυδοσία της τοπικής εξουσίας. Το παράδειγμα του Ρομπέν των Δασών, συμπυκνώνει τα βασικότερα στερεότυπα της κοινωνικής ληστείας, ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και η αποενοχοποίηση της κεντρικής εξουσίας για τα εγκλήματα των φεουδαρχών και των τοπικών αρχόντων. Ο βασιλιάς Αρθούρος συμπυκνώνει όλα τα χαρίσματα του καλοκάγαθου βασιλιά, ο οποίος αγνοεί τη βαναυσότητα του σερίφη του Νοτιγχαμ. Με λίγα λόγια, η κοινωνική ληστεία δεν έρχεται σε ρήξη με τους θεσμούς, αλλά με τους φορείς των θεσμών. Πολλές φορές μάλιστα, αναλαμβάνουν να υποκαταστήσουν το κενό της «φιλολαϊκής και πεφωτισμένης ηγεσίας». Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Γκουτζάρ στην Ινδία. Οι Γκουτζάρ είχαν μια ισχυρή παράδοση ανεξαρτησίας και παρανομίας. Το 1824 «τα πιο τολμηρά πνεύματα της Σαρχανπούρ, παρά να πεθάνουν από την πείνα, σχημάτισαν ομάδα υπό την αρχηγεία ενός ληστή με το όνομα Κάλλουα». Ο Κάλλουα, ντόπιος Γκουτζάρ, λήστευε τους μπάνια, την κάστα των εμπόρων και των τοκογλύφων:

«τα αίτια που οδηγούσαν τους δακοΐτες στη ληστεία, δεν ήταν τόσο η λεηλασία, όσο η επιθυμία της επιστροφής τους στον παλιό τρόπο ζωής χωρίς νόμους και κανόνες που επιβάλανε οι ανώτερες αρχές…

Ο Κάλλουα συνάπτοντας συμμαχία με ένα σημαντικό Ταλούκνταρ (τσιφλικά αξιωματούχο), που είχε υπό τον έλεγχό του σαράντα χωριά, και άλλους δυσαρεστημένους ευγενείς, επέκτεινε την εξέγερσή του με επιθέσεις εναντίον αστυνομικών τμημάτων, παίρνοντας αρκετό θησαυρό από διακόσιους αστυνομικούς φρουρούς και λεηλατώντας ολόκληρη την πόλη Μπαγκαουνπουρ. Έπειτα κήρυξε τον εαυτό του Ραγιά Καλιάν Σιγκ (βασιλιά) κι έστειλε παντού μηνύματα βασιλικού τύπου για να απαιτήσει φόρο υποτέλειας»

Στη Ρωσία ο εκάστοτε αρχιληστής θεωρούνταν μνηστήρας του θρόνου, ενσαρκωτής του “τσάρου των ζητιάνων”, του καλού λαϊκού τσάρου που αντικαθιστούσε τον τσάρο των βογιάρων, των ευγενών και προνομιούχων:

«Η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 17ου και 18ου αιώνα, κατά μήκος του κάτω Βόλγα, ήταν έργο των Κοζάκων- Μπουλάβιν, Μπολοτνίκοφ, Στένκα Ράζιν (ο ήρωας των λαϊκών τραγουδιών)και του Γεμαλιάν Πουγκατσόφ – κι ας σημειωθεί ότι οι Κοζάκοι, εκείνο τον καιρό ήταν κοινότητες, ελευθέρων αγροτών επιδρομέων. Κι όπως ο Ραγιά Κολιάν Σιγκ, τους συναντάμε να κάνουν αυτοκρατορικές δηλώσεις. Οι άνδρες τους, όπως και οι ληστές της νότιας Ιταλίας, το 1860, σκοτώνουν, καίνε, λεηλατούν, καταστρέφουν τα γραπτά ντοκουμέντα που κατοχυρώνουν τη δουλεία και την υποταγή, τους λείπει όμως το πρόγραμμα, εκτός βέβαια από το να καταστρέψουν την καταπιεστική μηχανή».

Αυτή η στάση πολλών κοινωνικών ληστών δεν πρέπει να μας ξενίζει, καθώς οι ληστές ήταν “primitive rebels” και όχι συνειδητοί αντισυστημικοί επαναστάτες. Παρ’ όλα αυτά, οι ληστές ήταν οι πρώτοι που στελέχωναν τις επαναστατικές απόπειρες, όποτε αυτές ξεσπούσαν. Τόσο σε εθνικο-κοινωνικούς αγώνες (κλέφτες, χαϊδούκοι, χαϊνηδες, ζεϊμπέκοι κλπ), όσο και σε κοινωνικές επαναστάσεις (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ληστή Πάντσο Βίλλα, που πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Εμιλιάνο Ζαπάτα στην αγροτική επανάσταση στο Μεξικό):

«…οι ληστές συμμετέχουν στις αξίες και τις επιδιώξεις του αγροτικού κόσμου, σαν παράνομοι δε και αντάρτες, είναι ευαίσθητοι στις επαναστατικές τους κινήσεις. Σαν άνθρωποι που έχουν κερδίσει ήδη την ελευθερία τους, βλέπουν με περιφρόνηση την αδράνεια και την παθητικότητα της μάζας, σε περιόδους όμως επανάστασης αυτή η παθητικότητα εξαφανίζεται και μεγάλος αριθμός αγροτών γίνονται ληστές»

Χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικών ληστών, που έγιναν επαναστάτες, ήταν οι κλέφτες στον ελλαδικό χώρο. Το σώμα των κλεφτών ήταν, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, «σύνηθες καταφύγιον των εχόντων εντονότερον της λευθερίας το ελατήριον». Ο Δημήτρης Φωτιάδης γράφει για τους κλέφτες:

«όσοι από τους ραγιάδες δεν υπόφερναν να είναι δούλοι μήτε των Τούρκων μήτε των κοτζαμπάσηδων, φεύγουνε στα βουνά κι εκεί στις περήφανες κορφές, στις δυσκολοδιάβατες κλεισούρες, στ’ άγρια φαράγγια και στα πυκνά τα δάση στήνανε το λημέρι τους, το καθένα μια κολυμπήθρα λευτεριάς. Γυμνοί, νηστικοί, ξυπόλυτοι, κυνηγημένοι, μια ευχή είχαν στα χείλη τους : «καλό βόλι». Γύρευαν όχι ήσυχο, μα λεύτερο θάνατο.

Αυτούς τους κλέφτες τη «μαγιά της λευτεριάς», τους αγάπαγε ο λαός, τους καμάρωνε, τους υποστήριζε, τους έδινε τροφές- ήταν οι προστάτες του. Όποιος Τούρκος ή κοτζαμπάσης αδικούσε το ραγιά, τον τιμώραγε το βόλι του κλέφτη…

Εκεί γύρω από τα 1650 ως τα 1690, η Ρούμελη είχε γιομίσει από κλέφτες. Έναν ξέκαναν οι Τούρκοι, δέκα φύτρωναν»

Τόσο γιγαντώθηκε το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας, που οι Οθωμανοί και οι κοτζαμπάσηδες αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την κλασική τακτική: ήρθαν σε συμφωνία με πολλούς κλέφτες και τους μετατρέψανε σε αρματολούς. Έτσι, οι ανυπότακτοι κλέφτες απόκτησαν έναν ακόμα εχθρό.

Αργότερα, με το ξέσπασμα της επανάστασης, οι κλέφτες ήταν οι μεγαλύτεροι πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης. Στη θέση, όμως του Τούρκου κατακτητή, κάθισε ο Έλληνας κατακτητής. Πολλοί ήταν οι κλέφτες, που ασφυκτιώντας στο νέο καθεστώς της «ελεύθερης» Ελλάδας, επέστρεψαν στα βουνά και συνέχισαν τις ληστείες.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι σλαβομακεδόνες ληστές συμμετέχουν στην επαναστατική κίνηση των Κομιτατζήδων (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση ή IMRO), οι οποίοι έδρασαν στα χνάρια των Βουλγάρων χαϊδούκων. Το ίδιο και ο Ούγγρος ληστής Σαντόρ Ρόσα, ηγέτης των ληστών απ’ το 1841 και επαναστάτης μετά το1849. Εκτός όμως από τους ληστές που συμμετείχαν στις εθνικο-κοινωνικές επαναστάσεις, υπάρχουν και αυτοί που έδρασαν σαν κοινωνικοί επαναστάτες. Οι ληστές του Μπάνταμ πολέμησαν στο πλάι των κομμουνιστών το 1926. οι ληστές της Ιάβας στηρίξανε τον Σουκάρνο και τους κομμουνιστές, ενώ οι ληστές της Κίνας ακολούθησαν τον Μάο Τσε Τουγκ, ο οποίος ήταν βαθιά επηρεασμένος από την τοπική παράδοση της λαϊκής αντίστασης:

«πως μπορεί να σωθεί η Κίνα; Η απάντηση του νεαρού Μάο ήταν: μιμηθείτε τους ήρωες του Λιανγκ Σαν Πο, δηλ. τους ελεύθερους ανταρτοληστές της νουβέλας “Κατά μήκος του ποταμού”. Επιπλέον ο Μάο τους στρατολόγησε συστηματικά. Δεν ήταν τάχα πολεμιστές και με τον τρόπο τους, πολεμιστές κοινωνικά συνειδητοί; Οι “κοκκινοτρίχηδες”, μια φοβερή οργάνωση αλογοκλεφτών που δρούσε ακόμα στη Ματζουρία το 1920, απαγόρευε στα μέλη της να επιτίθενται εναντίον των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, ενώ τους ανάγκαζε να κάνουν επιθέσεις εναντίον όλων των πολιτικών υπαλλήλων και επίσημων προσώπων, αλλά “αν ένας άνθρωπος είχε καλή φήμη θα του αφήσουν τη μισή περιουσία, αν όχι, θα του τα πάρουν όλα”. Το 1929 ο όγκος του Κόκκινου Στρατού του Μάο, μοιάζει να αποτελείται από “ανυπόλυπτα στοιχεία” (για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του ταξινόμηση “από στρατιώτες, ληστές, κλέφτες, ζητιάνους και πόρνες”). Ποιος διακινδύνευε εκείνες τις μέρες να αναμιχτεί σ’ έναν παράνομο σχηματισμό, εκτός απ’ τους ίδιους τους παράνομούς; “Αυτός ο κόσμος πολεμάει με πάρα πολύ θάρρος”, παρατηρούσε ο Μάο…»

Όπως στην Κίνα, έτσι και στην Κολομβία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, οι κοινωνικοί ληστές εντάχθηκαν σε αντάρτικες κομμουνιστικές ή αριστερίζουσες αγροτικές ομάδες. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι που έφερναν κοντά τους ληστές με τους επαναστάτες: πρώτον, η ανιδιοτέλεια των επαναστατών (αναρχικών και κομμουνιστών), που παρά τη μόρφωσή τους και την ανώτερη κοινωνική τους θέση, με την συμπεριφορά τους και τη βοήθεια που παρείχαν στους αγροτικούς πληθυσμούς, γοήτευαν τους ληστές και δεύτερον, η συνάντηση ληστών και επαναστατών στη στρατιωτική θητεία και στη φυλακή.

Στον κανόνα, όμως, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αρκετές φορές οι ληστές επιστρατεύονται από τις αρχές για να πολεμήσουν τους κομμουνιστές αντάρτες. Ο βραζιλιάνος ληστής Λαμπιάο πήρε τον τίτλο του λοχαγού για να αποκρούσει την κομμουνιστική φάλαγγα Prestes. Ο Ιταλός ληστής Τζουλιάνο, συμμάχησε με τους Σικελούς φεουδάρχες και στράφηκε εναντίον των κομμουνιστών ανταρτών. Στη Ρωσία και τη Ουγγαρία, αρκετοί χαϊδούκοι δέχονταν το ρόλο της έφιππης φρουράς ιπποτών, που φύλαγε τα σύνορα (αναφέραμε πιο πάνω και το αντίστοιχο παράδειγμα των αρματολών στον ελλαδικό χώρο). Σε άλλη περίπτωση, οι ληστές έβγαλαν και δήμαρχο (τον Λουίς Μπορέγο, στο Μπενεμεχί). Οι περιπτώσεις, αν και δεν είναι πολλές, είναι χαρακτηριστικές.

Κλείνοντας το κεφάλαιο για την κοινωνική ληστεία, ας παραθέσουμε ένα αποσπάσματα από τον Hobsbawm, που σκιαγραφεί τη θέση του μέσου κοινωνικού ληστή, στην αγροτική (και όχι μόνο) κοινωνία:

«Ο ληστής είναι γενναίος, είτε δρα, είτε είναι θύμα. Πεθαίνει αψηφώντας το κάθε τι. Τίμια και πολυάριθμα παλικάρια από φτωχογειτονιές κι απ’ τα περίχωρα, που δε διαθέτουν τίποτα περισσότερο εκτός από το κοινό, αλλά πολύτιμο δώρο της δύναμης και του θάρρους, παρομοιάζουν τον εαυτό τους με ληστή. Σε μια κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ζούνε κάτω από συνθήκες δουλοπρέπειας, σαν εξαρτήματα μεταλλικών μηχανών ή σαν κινητά μέρη ανθρώπινων μηχανών, ο ληστής ζει και πεθαίνει χωρίς να σκύβει το κεφάλι».

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ

« Στην πραγματικότητα η ένοπλη ληστεία μας ήταν ένας πόλεμος

στην καρδιά του κράτους… Συχνά στοχάζομαι και γελάω με τους

χαρακτηρισμούς που δίνει η δικαστική εξουσία σε ορισμένους από μάς.

Μας αποκαλεί “πορωμένους εγκληματίες” και “επικίνδυνους

κακοποιούς”, με την ίδια ευκολία που τους ελεύθερους καρχαρίες

και ύαινες του κεφαλαίου τους χαρακτηρίζει νομοταγείς πολίτες!

Εμένα με λένε ληστή, ενώ εγώ θεωρώ ότι έκανα μια πράξη

ανθρωπιστικής σημασίας στην κοινωνία της ανισότητας»

Θόδωρος Τσουβαλάκης

Η παράδοση της κοινωνικής ληστείας και η σύνδεση των ληστών με τα επαναστατικά κινήματα, επηρέασαν πολύ βαθιά τόσο την ριζοσπαστική αριστερά, όσο και τους αναρχικούς. Η ληστεία χρησιμοποιείται πλέον όχι μόνο για λόγους επιβίωσης, αλλά και ως μέσο αγώνα. Η πολυμορφία του ριζοσπαστικού κινήματος, είχε σαν επακόλουθο να υπάρχει και πολυφωνία ως προς τη χρήση του μέσου της ληστείας. Έτσι, έχουμε περιπτώσεις που η ληστεία γινόταν αποδεκτή μόνο ως μέσο χρηματοδότησης μιας οργάνωσης ή ενός κόμματος (φαινόμενο που συναντάμε σε γραφειοκρατικές αναρχικές οργανώσεις σαν τη CNT και σε επίσημα Κομμουνιστικά Κόμματα σαν τους μπολσεβίκους και το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Πολλοί ληστές, μάλιστα, δούλευαν κανονικά ως μισθωτοί εργάτες!). Έχουμε, επίσης, περιπτώσεις που η ληστεία συμβολίζει τη ρήξη του ατόμου με την κοινωνία της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης (αυτή είναι η περίπτωση των αναρχοατομικιστών, που αν και χρησιμοποιούσαν τις ληστείες για προσωπική αυτοχρηματοδότηση, δεν παρέλειπαν μέρος της λείας τους να το διοχετεύουν σε κινηματικούς σκοπούς, αντιπληροφόρηση, έκδοση μπροσουρών, βιβλίων κλπ). Στις πιο πολλές περιπτώσεις, οι ληστείες χρησίμευαν και για τους δύο σκοπούς: και για αυτοχρηματοδότηση, και για τη χρηματοδότηση του αγώνα.

Παρά την ουσιώδη κριτική που έκανε ο Καρλ Μαρξ (και ο γαμπρός του Πωλ Λαφάργκ, στο βιβλίο του “Δικαίωμα στην τεμπελιά”) στη μισθωτή εργασία, η γραφειοκρατική Αριστερά, αγιοποίησε την μισθωτή εργασία και δημιούργησε τον εργάτη-πρότυπο, που θα δουλεύει σκληρά όχι μόνο στον σοσιαλισμό, αλλά και στον καπιταλισμό! Η λογική της γραφειοκρατίας, πάνω στο ζήτημα των απαλλοτριώσεων, ήταν απλή: ο αγώνας πρέπει να χρηματοδοτηθεί. Πως; Θα πάμε εκεί που βρίσκονται μαζεμένα τα χρήματα. Στους ναούς του καπιταλισμού: στις τράπεζες. Στη λογική αυτή, δεν υπάρχει πουθενά η κριτική της μισθωτής εργασίας και της συνακόλουθης αλλοτρίωσης. Όλες οι απαλλοτριώσεις γίνονταν υπό την αιγίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, . Οι ληστείες γίνονταν μόνο με την έγκριση του Κόμματος,* “μέσα στα πλαίσια της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και διαπαιδαγώγησης”. Η ληστεία πρέπει να είναι “αφιλοκερδής”.

Από κει και πέρα ο εργάτης όφειλε να είναι τίμιος, εργατικός , δουλευταράς, να δίνει το καλό παράδειγμα… Ακόμα και αναρχικοί (όπως οι Los Errantes) είχαν αυτή τη περίεργη αναρχο-σταχανοβίτικη αντίληψη.

Από την άλλη, για πολλούς αναρχικούς, οι ληστείες δεν αποτελούσαν μονάχα τρόπο χρηματοδότησης του αγώνα, αλλά και έμπρακτη κριτική της μισθωτής εργασίας. Οι Εργάτες της Νύχτας, έβλεπαν την ιλλεγκαλιστική δραστηριότητα ως συμπληρωματική των μεγάλων συλλογικών εργατικών αγώνων εναντίον του κεφαλαίου Οι Εργάτες της Νύχτας καταξιώθηκαν ως διαρρήκτες “παρασίτων”: αξιομνημόνευτη ήταν η διάρρηξη στον Καθεδρικό Ναό της Τουρ, όπου έγραψαν στον τοίχο: “μεγαλοδύναμε θεέ βρες τους κλέφτες σου”( την ίδια περίπου περίοδο οι Τερροριστές-Απαλλοτριωτές στη Ρωσία είχαν καταστρέψει μια “θαυματουργή” εικόνα). Ο Μάριους Ζακόμπ, εμβληματική φυσιογνωμία των «νυχτερινών εργατών», στην απολογία του στο δικαστήριο έλεγε ότι δεν τον ενοχλούσε η εργασία αυτή καθ’ αυτή, αντίθετα τον ευχαριστούσε. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η μισθωτή εργασία, ο “ξεπεσμός στην πορνεία της εργασίας”, η “εργασία ως ελεημοσύνη και δημιουργός πλούτου”. Δεν ενέκρινε αυτή καθ’ αυτή την κλοπή ( “θα ήθελα να ζω σε μια κοινωνία χωρίς κλοπή”), αλλά τη χρησιμοποιούσε ως “μια αρμόζουσα μορφή εξέγερσης στην πάλη ενάντια στην πιο άδικη μορφή κλοπής: την ατομική ιδιοκτησία.”:

“Αν στράφηκα στις ληστείες, δεν το έκανα για το κέρδος. Ήταν ζήτημα αρχής, ήταν ζήτημα δικαίου. Προτίμησα να διατηρήσω την ελευθερία μου, την ανεξαρτησία μου, την αξιοπρέπειά μου ως άνθρωπος, παρά να γίνω δημιουργός πλούτου του αφεντικού μου”. “

Ο αγώνας θα σταματήσει μόνο όταν οι άνθρωποι θα μοιράζονται τη χαρά και τον πόνο τους, την εργασία και τον πλούτο τους… Όταν όλα θα ανήκουν σε όλους. Ως επαναστάτης αναρχικός έκανα την επανάστασή μου: ΑΣ ΕΡΘΕΙ Η ΑΝΑΡΧΙΑ”.

Πραγματικά, μέσα σε λίγες σειρές ο Ζάκομπ, είπε όσα δεν μπορούν να πουν μέσα σε δεκάδες τόμους οι φλύαροι ακαδημαϊκοί. Η ληστεία γι αυτόν ήταν τόσο μια έμπρακτη κριτική της εκπόρνευσης της εργασίας (της μετατροπής της σε μισθωτή), όσο και ένα ακόμα μέσο αγώνα για την αναρχική/ κομμουνιστική κοινωνία. Τις ίδιες απόψεις μοιράζονταν πάρα πολλοί αναρχικοί (από αναρχοατομικιστές μέχρι αναρχοκομμουνιστές) που ακολούθησαν την ιλλεγκαλιστική οδό και ήρθαν σε ρήξη με τη συντηρητική και γραφειοκρατική πτέρυγα του αναρχικού κινήματος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναρχικού, που κατασυκοφαντήθηκε και πολεμήθηκε όσο κανένας άλλος, είναι ο Φραντσίσκο Σαμπατέ Λιοπάρτ (ή ελ τσίκο). Ο Σαμπατέ, ξεκίνησε την πορεία του συμμετέχοντας στις grupos especificos (ειδικές ομάδες), που ήταν ομάδες δράσης νεαρών αντιεξουσιαστών που “πολεμούσαν την αστυνομία, σκότωναν τους αντιδραστικούς, ελευθέρωναν τους φυλακισμένους και λεηλατούσαν τις τράπεζες”. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμησε στο πλευρό του αναρχικού (επίσης ληστή) Γκαρθία Όλιβερ. Το 1937 φυλακίστηκε από τους δημοκρατικούς συμμάχους της CNT, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει. Μετά την ήττα το 1939, ο Σαμπατέ, με δεκάδες ακόμα αναρχικούς (ανάμεσα στους οποίους και ο ειρηνιστής Εσπαλιάργας που συμμετείχε στις ληστείες μόνο άοπλος!), συνέχισε την αντάρτικη δράση κατά του Φράνκο, ερχόμενος σε ρήξη με την επίσημη ηγεσία της CNT. Μετά τη δολοφονία του, ο Σαμπατέ ενέπνευσε μια νέα γενιά αναρχικών, αυτόνομων και φιλο-καταστασιακών που δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τη μετριοπαθή δημοκρατική CNT και συγκρότησαν την παράνομη οργάνωση MIL (Ιβηρικό Κίνημα Απελευθέρωσης). Το MIL δημιούργησε το 1971 τις Αυτόνομες Ομάδες Δράσης, που δραστηριοποιήθηκαν κυρίως με επιθέσεις κατά χρηματαποστολών τραπεζών και με ενέργειες υποστήριξης και απελευθέρωσης φυλακισμένων μαχητών. Οι ληστείες κάλυπταν όχι μόνο τις οργανωτικές ανάγκες του MIL, αλλά και τις προσωπικές ανάγκες των μελών του. Χρηματοδοτούσαν, επίσης, επιτροπές απεργών εργατών και βοηθούσαν τους απολυμένους.

Μετά την αυτοδιάλυση του MIL, ιδρύθηκαν οι Αυτόνομες Ομάδες (GG.AA). Σε μια συνέντευξη που έδωσαν τα μέλη των GG.AA. στη FIGA (Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών Ομάδων), απαντούν στην ερώτηση, εάν μεταχειρίζονται τις απαλλοτριώσεις ως μέσο επιβίωσης: «Ο συντονισμός των ομάδων χρειαζόταν κάποια οικονομικά μέσα για να πραγματοποιηθούν συγκεκριμένες δράσεις. Προφανώς, οι ομάδες αυτές θα έπρεπε να βρουν τα οικονομικά μέσα για να καλύψουν και τις δικές τους ανάγκες. Δεν έχουμε φυσικά κανέναν ενδοιασμό στο να κάνουμε μια απαλλοτρίωση για να καλύψουμε τις προσωπικές μας ανάγκες και επιθυμίες. Μακροπρόθεσμα όμως, δε ζούσαμε απ’ τις απαλλοτριώσεις και κάποιοι από εμάς εργαζόταν. Κάποιοι άλλοι, όχι…»

Στην υπόλοιπη Ευρώπη (και όχι μόνο), η ιεροποήση της εργασίας απ’ τη γραφειοκρατική Αριστερά και την CNT και τις παραφυάδες της, δέχεται απανωτά πλήγματα από το νέο ριζοσπαστικό κίνημα που αναπτύσσεται:

“Τώρα πια η ηθική εργασία, υπομόχλιο των προηγούμενων θεωριών, που βρισκόταν στη βάση του απόλυτου εργοστασίου όπως η Θεία Ευχαριστία στη θρησκεία, όχι μόνο αμφισβητείται, αλλά γίνεται αντικείμενο άρνησης και χλεύης”

Οι os cangaceiros, που πήραν την ονομασία τους από τους ομώνυμους λατινοαμερικάνους ληστές, αναφέρουν σχετικά:

“…στη Γαλλία μετά το 1968, πολλά ριζοσπαστικά στοιχεία είχαν ζήσει μια πραγματική κοινωνική και πολιτική ανταρσία μέσω της παραβατικότητας- εμπνευσμένη λίγο-πολύ από την αναρχική παράδοση των αρχών του 20ου αιώνα, αυτή του Μάριους Ζακόμπ και των Εργατών της Νύχτας ή της συμμορίας Μποννό. Παράλληλα αναπτυσσόταν μια μεγάλη αυθόρμητη νεανική παραβατικότητα, αυτή των συμμοριών της γειτονιάς που ερχόταν σε ρήξη με τους σχολικούς θεσμούς και τη μισθωτή εργασία” (οι ίδιοι οι os cangaceiros χρηματοδοτούσαν τις δραστηριότητες τους από δράσεις ατομικής επανοικειοποίησης και κανένα μέλος τους δεν εργαζόταν).

“Μη λέτε πια κάτεργο, αλλά να λέτε: εργασία”, έλεγε σε προκήρυξή της στο Μπορντό, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας των Βανδαλιστών. Και τραγουδούσαν: “Εφ’ όσον η Θεωρία πραγματωνόταν/ Λεηλατήσαμε τα μαγαζιά / Ότι παράγεις σου ανήκει/ Μόνο τα αφεντικά σε κλέβουν/ Άμα πληρώνεις στα μαγαζιά/ Είσαι κοροΐδο” (“Η Κομμούνα δεν πέθανε!”)

Το ριζοσπαστικό κίνημα ανακαλύπτει εκ νέου τους ιλλεγκαλιστές αναρχικούς, τραγουδάει για τον Ραβασόλ, τον Μπονό, τον Πάντσο Βίλλα και άλλους επαναστάτες ληστές (κάθε λογής “φράξιας” του επαναστατικού κινήματος). Σε ένα από τα τραγούδια του Μάη του 68, οι εξεγερμένοι τραγουδούσαν:

«Ο Μάχνο, ο Βίλλα κι ο Ντουρρούτι/ Ήξεραν πως να χειρίζονται αυτό το εργαλείο/Που δίνει στην ποίηση ζωή,/ Το πολυβόλο./Θα ξαναφέρουμε ακόμα τον Μπονό/Και θα δώσουμε ένα και σ΄ αυτόν/ Ώστε να έρθει με το αυτοκίνητό του/ Να πάρει μερικά κεφάλια./ Μέχρι να δούμε αυτή την κοινωνία του θεάματος/ Να ψυχορραγεί τελικά, δολοφονημένη/ Απ’ τα συμβούλια, σε όλο τον κόσμο/ Με τις ριπές του πολυβόλου»

Η συμμορία Μπονό (αναρχοατομικιστές ληστές, γνωστοί και ως “τραγικοί ληστές”): «θα εμπνεύσει ποιητές (Joe Dassin, Paul Paillete), έργα αντιτέχνης ( Michele Bernstain {σ.σ. συντρόφισσας του Γκυ Ντεμπόρ}) και διάφορα μυθιστορήματα (Leo Malet). Το Μάη του 1968, κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Σορβόννης στο Παρίσι, οι “λυσσασμένοι” σιτουασιονιστές αφιέρωσαν στο θρυλικό αναρχικό μια αίθουσα συνελεύσεων των καταληψιών, ονομάζοντας την “sale Jules Bonnot”».

Το νέο ριζοσπαστικό κίνημα, απαλλαγμένο πλέον από την ηθικιστική σαβούρα της συντηρητικής γραφειοκρατίας (ή μάλλον, όχι εντελώς απαλλαγμένο, καθώς κατάλοιπα είχαν παραμείνει), μιλάει πλέον για άρνηση της εργασίας, για συνειδητή αεργία (όπως και οι ντανταϊστές των αρχών του αιώνα), για σαμποτάζ στους εργασιακούς χώρους. Ακόμα και οι πιο “ορθόδοξοι” ερυθροταξιαρχίτες:

«… ήταν και “ληστές”, ενσαρκώνοντας ένα παραβατικό μέχρι και ρομαντικό ιδανικό… Πηγαίνοντας κόντρα στον εργατικό ηθικισμό, που πάντοτε διαχώριζε τον τίμιο εργάτη από τον ανάξιο εμπιστοσύνης και τεμπέλη κλέφτη και “εγκληματία”, οι ταξιαρχίτες ήταν και εργάτες και κλέφτες αυτοκινήτων, και πολιτικοί και ληστές, και θεωρητικοί και παραχαράκτες. Οι πινακίδες, οι ταυτότητες, ,τα σπίτια, τα όπλα, τα χρήματα, τα πάντα τα “οικειοποιήθηκε” με παράνομα μέσα η ομάδα, που σίγουρα δε χρηματοδοτούνταν από τη Μόσχα»

Πέρα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, κι άλλες ιταλικές επαναστατικές οργανώσεις διαπράττανε ληστείες: οι Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, η ελευθεριακή Επαναστατική Δράση, η Prima Linea. (To ίδιο συμβαίνει και στη Γερμανία με τη RAF και το Κίνημα 2 Ιούνη, στη Γαλλία με την Άμεση Δράση, στον Καναδά με την ετέρα Άμεση Δράση, στις ΗΠΑ, στην Λατ. Αμερική κλπ) . «Οι μαχόμενοι σχηματισμοί, θεωρούσαν τη ληστεία, πέρα από ένα μέσο χρηματοδότησης, και μια μορφή παραδειγματικής ενέργειας, προλεταριακής απαλλοτρίωσης συνδεδεμένης με τον ένοπλο αγώνα.» Οι Τουπαμάρος θεωρούσαν τις ληστείες μέρος της ταξικής πάλης. Μεταξύ του 1968 και του 1971, διαπράξανε 74 ληστείες. Το 1970 όλες οι τράπεζες του Μοντεβιδέο έκλεισαν για να γλιτώσουν απ’ τους ληστές!

Σήμερα, φυσικά, τα πράγματα έχουν αλλάξει: «Σήμερα η αριστερά χρησιμοποιεί άλλα εργαλεία, πολύ λιγότερο επικίνδυνα για όλους: την εργασία, την κληρονομιά, τη συγκέντρωση χρημάτων, τους κρατικούς πόρους. Σίγουρα είναι μια άλλη αριστερά αυτή που επέλεξε να εγκαταλείψει τις απαλλοτριώσεις και να παίρνει επιχορηγήσεις από το κράτος. Διαφέρουν, όχι μόνο οι μορφές, αλλά και η ουσία, η σχέση με το κράτος, με τον πλούτο με τις θεσμικές οργανώσεις» (K. Viehmann)

Πέρα, όμως, από τις μαζικές και οργανωμένες περιπτώσεις, δε λείπουν και οι ατομικές περιπτώσεις αγωνιστών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αναρχικού Horst Fantazzini:

«Αναρχικός αγωνιστής από μικρό παιδί, ο Horst πέθανε το 2001, αφού εξέτισε σε διάφορες φυλακές μια μακρά λίστα από καταδίκες: για ληστείες, αλλά και πετυχημένες και αποτυχημένες αποδράσεις, όπως και για τη συμμετοχή του, το 1985, στον αγώνα εναντίον του καθεστώτος της “ειδικής κράτησης” μαζί με μια ομάδα ερυθροταξιαρχιτών, στο σωφρονιστικό ίδρυμα Μπαντού ε Κάρος, στη Σαρδηνία».

«Η ζωή του Φαντατσίνι σημαδεύτηκε από τη συνεχή αναζήτηση της ελευθερίας, μιας ελευθερίας χωρίς όρους και εκπτώσεις, όπως την εννοούσε ο ίδιος σαν αναρχικός και που του στερήθηκε ακόμα και στην πιο στοιχειώδη μορφή της για 32 χρόνια.

Ο “ευγενικός ληστής”, όπως τον αποκαλούσε ο αστικός τύπος από τα πρώτα χρόνια της δράσης του, πέρασε στα κάτεργα 32 ολόκληρα χρόνια, με την ποινή να λήγει το σωτήριο έτος 2024…

Ο ίδιος, όταν τον ρώταγαν για τη δράση του, που τον οδήγησαν στις φυλακές, ορμώμενος από τον Μπρεχτ, ήταν ξεκάθαρος: “είναι πιο εγκληματικό να φτιάχνεις τράπεζες, από το να τις ληστεύεις”».

Η περίπτωση του Φαντατσίνι είναι μία μεταξύ χιλιάδων περιπτώσεων αναρχικών (και όχι μόνο) επαναστατών, που αγνόησαν την “αντίσταση” της υπνηλίας , της κλάψας και των χασμουρητών και προχώρησαν τη ρηξιακή τους ορμή πέρα από τις πορδές της καλυμμένης νομιμοφροσύνης των επίσημων “αναρχικών” και του ιερατείου τους. Με την περίπτωσή του, ας κλείσουμε τη μικρή αυτή περιήγηση…

σημείωση: *Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω παράδειγμα: το 1907 συγκροτήθηκε, μέσα στα πλαίσια του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το “Μπολσεβίκικο Κέντρο”, με επικεφαλής τον Λένιν, τον Κρασίν και τον Μπογκντάνοφ. Ανάμεσα στα καθήκοντα του κέντρου ήταν και η χρηματοδότηση του Κόμματος μέσω ληστειών (γι αυτό και ο Λένιν κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για “μπλανκιστικές παρεκκλίσεις”). Την ίδια ώρα, σε όλη τη Ρωσία μέσα σε 2 χρόνια (1905-1906) καταγράφηκαν 1951 “πολιτικές” ληστείες ( οι 940 εναντίον κρατικών και ιδιωτικών τραπεζών), ενώ στη διετία 1908-1910 σημειώθηκαν 19957 τερροριστικές ενέργειες και απαλλοτριώσεις , από όλες τις πτέρυγες του επαναστατικού κινήματος (από τους αναρχικούς μέχρι τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μπολσεβίκους). Παρ’ όλο που η Επιτροπή της Τιφλίδας του ΣΔΕΚ καταδίκασε τις ληστείες και τις τερροριστικές ενέργειες των αναρχικών (τις θεωρούσε “διασπαστικές”), οι καυκάσιοι μπολσεβίκοι (κατά παράβαση του 4ου και 5ου συνεδρίου του ΣΔΕΚ), συνέχισαν κανονικά τις ληστείες. Αντίστοιχα, το 1931 το γερμανικό ΚΚ δημιούργησε τμήμα για τη διατήρηση όπλων και πυρομαχικών και προχώρησαν σε ληστείες καταστημάτων και επιθέσεις κατά αστυνομικών. Φυσικά, η σύγχρονη νόμιμη Αριστερά, θα σοκάρονταν εάν γνώριζε τα καμώματα των προγόνων της… Ο Hobsbawm γράφει χαρακτηριστικά: “είναι σαν ειρωνεία ότι η “κατάσχεση” γίνεται ένα δημόσιο σκάνδαλο στη διεθνή επαναστατική κίνηση, όχι τόσο από τις τοπικές και μεμονωμένες πράξεις των αναρχικών ή των τρομοκρατών ναροτνικών, όσο από τη δραστηριότητα των μπολσεβίκων κατά τη διάρκεια αλλά και μετά την επανάσταση του 1905”.

ΑΝΗΚΕΙ Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ;

ΔΥΟ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ (η δική μας…)

Άποψη Νο 1: «Η ληστεία είναι μια πρακτική που μόνο κατ’ εξαίρεσιν και σε πολύ ειδικές περιπτώσεις μπορεί να πραγματοποιηθεί από αναρχικούς, αφού δεν αποτελεί συστατικό της πολύμορφης κοινωνικής απελευθερωτικής δράσης».

Διαδρομή ελευθερίας, Δεκέμβριος 2007

Η δική μας άποψη: Το παρόν κείμενο είναι μια σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στη βιβλιογραφία που εντάσσει τη ληστεία, τη λεηλασία, την κλοπή κλπ μέσα στο πλαίσιο της ριζοσπαστικής παράδοσης, από την αρχαιότητα (βλ. εξεγέρσεις δούλων, εσαϊκός ζηλωτισμός, χιλιαστικές σέχτες του μεσαίωνα κλπ) ως σήμερα. Κανένα κόμμα, καμία οργάνωση, καμία ομαδούλα δεν μπορεί με διατάγματα να διαγράψει αυτό το κομμάτι της ιστορίας της λαϊκής ανταρσίας. Η ιστορία της πολύμορφης απελευθερωτικής δράσης δε γράφεται όπως γράφονται τα σχολικά βιβλία. Και τα χαρακτηριστικά της δεν ορίζονται με διατάγματα και αξιώματα.

Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η άποψη που θεωρεί τη ληστεία “εξουσιαστική”. Ξεπερνάμε τη μεταφυσική αντίληψη περί αντι-φυσικής, αντιανθρώπινης εξουσίας (αντίληψη δαιμονοποιητική, οπότε και αποπροσανατολιστική) και λέμε το εξής απλό: ναι, η ληστεία είναι “εξουσιαστική”, με τον ίδιο τρόπο που είναι η διαδήλωση, η απεργία, το κλείσιμο ενός δρόμου, η παλουκιά σε έναν μπάτσο, το ξυλοφόρτωμα ενός απεργοσπάστη κλπ κλπ. Αυτή είναι η αστική και μικροαστική αντίληψη της “ελευθερίας” και της “εξουσίας”. (Άλλωστε, η επανάσταση δε γίνεται με τακτ και savoir vivre, είναι εκ των πραγμάτων βίαιη και επιβλητική..)

Άλλοι πάλι, κάπως πιο ελαστικοί, εντάσσουν μεν τη ληστεία στην επαναστατική παράδοση, μονάχα όταν η λεία δίνεται για τον ιερό σκοπό..

Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό δομικό λάθος. Μέσα στα αστικά πλαίσια σκέψης υπάρχει ο δυαδιστικός τεμαχισμός της ζωής ανάμεσα σε “προσωπική” και “δημόσια” ζωή ( τα εν οίκω μη εν δήμω, ήταν το αιώνιο άλλοθι που κάλυπτε και καλύπτει τα εγκλήματα της πατριαρχίας κατά γυναικών και παιδιών). Η αστική αυτή αντίληψη δε χωρά σε μια ολιστική αναρχική θεώρηση της ζωής. Η συνειδητή ρήξη με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και η απαλλοτρίωση δεν είναι μόνο προσωπικό ζήτημα, αλλά αποτελεί ένα κομμάτι ατομικής άρνησης και εξέγερσης, του όλου πολύχρωμου παζλ των συλλογικών αρνήσεων, δράσεων, αγώνων που το ένα συμπληρώνει το άλλο, σε μια αέναη απελευθερωτική διαδικασία…

Άποψη Νο 2: « Αυτός (σ.σ. ο εγκληματολόγος Franz Csaszar), εντάσσει τη ληστεία τράπεζας στα ιδεολογικά εγκλήματα, θεωρώντας σαν τέτοια “το σπάσιμο του αισθήματος ασφάλειας που ενέχει η ιδιοκτησία και την απώλεια της εμπιστοσύνης σ’ αυτόν που έχει αναλάβει την προστασία μας”. Ανεξάρτητα από τη βούληση του δράστη, η ληστεία τράπεζας μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί πολιτικό αδίκημα: εκλαμβάνεται σαν πράξη λιποταξίας από το ιερό σύστημα αξιών της αστικής κοινωνίας και από τους ιδεολογικούς ελέγχους της συντεταγμένης τάξης, και συνεπώς η εξουσία οφείλει να την καταπολεμήσει»

Klaus Schonberger (από τη “ληστεία τράπεζας”, εκδ. ελευθεριακή κουλτούρα)

Η δική μας άποψη: όπως είπαμε και αρχικά, οι πράξεις δεν είναι καθ’ αυτές “πολιτικές”, “αντιπολιτικές”, “επαναστατικές” ή οτιδήποτε άλλο. Είναι τα υποκείμενα που θα νοηματοδοτήσουν την ενέργεια ( στο γενικό κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Η ρουφιανιά στην αστυνομία πχ, δεν μπορεί να νοηματοδοτηθεί επαναστατικά!).

Εξ άλλου, κάθε μέσο αγώνα εναντίον του υπάρχοντος, φέρει μέσα του και την αλλοτρίωση της σημερινής κοινωνίας. Τα χρήματα που ληστεύονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, επιστρέφουν στο οικονομικό κύκλωμα ή χρησιμοποιούνται για την “αγιότατη συσσώρευση”(Μαρξ). Η ληστεία, η απεργία, το σαμποτάζ, η διαδήλωση, η επαναστατική βία, όλα τα μέσα αγώνα, έχουν νόημα μόνο στην αλλοτριωμένη κοινωνία. Σε μια αταξική από-αλλοτριωμένη κοινωνία (λέμε τώρα… κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον), όλα αυτά θα είναι άχρηστα.. (Όχι, δεν διακατεχόμαστε από καμιά αριστοτελική λογική ενδελέχειας. Η κοινωνία δε θα γίνει ποτέ τέλεια. Ο επίγειος παράδεισος είναι το ίδιο βλακώδης με τον επουράνιο. Απλώς, σε μια από-αλλοτριωμένη κοινωνία, θα έχουμε την ευκαιρία να χαρτογραφήσουμε νέες εμπειρίες ζωής, περιπέτειας και –γιατί όχι;- αντίστασης).

Πέρα, όμως, από την αναπόφευκτη αλλοτρίωση των μέσων, ως κομμάτι της ολικής αλλοτρίωσης που βιώνουμε, υπάρχει και ένα πολύ σημαντικό γεγονός που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε:

«Οι ληστείες δεν αναδιένειμαν ποτέ τον πλούτο της κοινωνίας. , αλλά όταν “φτιάχνονταν” μια τράπεζα, ήταν ένα σημάδι ρήξης, έμπαινε σε αμφισβήτηση η σχέση με την εργασία και την εκμετάλλευση, πάνω στις οποίες βασίζεται το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα το οποίο, όπως είναι γνωστό, δεν είναι λιγότερο ληστρικό από ένα κομάντο συντρόφων που εισβάλει σε μια τράπεζα»

Ενδεικτική βιβλιογραφία σχετικά με το ζήτημα της κοινωνικής και επαναστατικής ληστείας , για όσους θέλουν να εντρυφήσουν στο θέμα.

(Τα βιβλία εμπορικών εκδόσεων απαλλοτριώστε τα):

Τα παιδιά της Γαλαρίας τ. 11

Eric Hobsbawm: Οι Ληστές, εκδ. Βέργος

Eric Hobsbawm: Ξεχωριστοί Άνθρωποι, εκδ. Θεμέλιο

Η ληστεία Τράπεζας, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα

Μιλώντας για τον ένοπλο αγώνα, εκδ. Ελευθ. Κουλτούρα

Μια σελίδα, μια σφαίρα., εκδ. Δαίμονας του τυπογραφείου (ΔτΤ)

Ανν Χάνσεν :Οπλισμένες Επιθυμίες, εκδ. ΔτΤ

Anna Geifman: Με τη μάχη στο αίμα τους, εκδ. ΔτΤ

Ο Μάριους Ζακόμπ και οι γάλλοι ιλλεγκαλιστές, εκδ. ΔτΤ

Horst Fantazzini: Τώρα πια είναι αργά, εκδ. Διάδοση

Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, εκδ. Διάδοση

Γραφείο Λυσσασμένων Ταραχοποιών: Έργα και Ημέρες

των Αυτόνομων Ομάδων, Ισπανία 1974-1980

Αλάστωρ: υπέρ του ανόμου συλλόγου κακοδαιμονιστών

Ελευθεριακό Στέκι Πικροδάφνη: Η κοινωνική ληστεία

στον ελλαδικό χώρο, 1830- 1940

Ρέντζο Νοβατόρε: Ο Ιππότης του Μηδενός, εκδ. Διάδοση

Οσβάλντο Μπάγιερ: Προς την απόλυτη ελευθερία

με ένα 45άρι Κολτ, εκδ. Διάδοση

Ζαν Μαρκ Ρουιγιάν: Γράμμα στον Ζιλ Μπονό, Εναλλακτικές Εκδ.

Φρεντ Πέρυ: Η συμμορία Μπονό, εκδ. ελεύθερος τύπος

Οσβάλντο Μπάγιερ: Οι Αναρχικοί Απαλλοτριωτές, εκδ. ελ. Τύπος

Νατάφ: Η καθημερινή ζωή των αναρχικών στη Γαλλία, εκδ. Παπαδήμα

Βασίλης Τζανακάρης : Τα παλικαριά τα καλά σύντροφοι

τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτη

Κώστας Κάσσης: Αντιεξουσιαστές και ληστές στα βουνά

της Ελλάδας, εκδ. Ιχώρ, Α.Λ.Ε.Α.Σ.

Θωμάς Κοροβίνης: Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας, εκδ. Άγρα

Γιασάρ Κεμάλ: Ο Τσακιτζής, εκδ. Άγρα

Στάθης Δαμιανάκος: Παράδοση Ανταρσίας και λαϊκός

πολιτισμός εκδ. Πλέθρον

Λεωνίδας Χρηστάκης: Ληστές, εκδ. Γόρδιος

Ιωάννης Κολιόπουλος: Περί λύχνων αφάς, εκδ. επίκεντρο

Χατζής- Τερζόπουλος: Λήσταρχοι του Ολύμπου, εκδ. μάτι

Ιστορίες ληστών στη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως

πηγή: halastor.blogspot.com

ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ (1866-69, 1896-97)

Posted in ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ with tags , on Ιουλίου 27, 2010 by Persona Non Grata

Στην εύτακτη επιπλοποιία της (νεο)ελληνικής ιστορικής μνήμης, το περίφημο «χρονοντούλαπο της Ιστορίας» είναι ένα έπιπλο με τις κλασικές political correct διαστάσεις: κατασκευασμένο για να ταιριάζει απόλυτα στις (οπτικές) γωνίες του σαλονιού της εθνικοφροσύνης. Παρά ταύτα και δυστυχώς για τους κατασκευαστές, ενίοτε το έργο τους πάσχει από κακοτεχνίες, με τρόπο ώστε κάποιες ενοχλητικές διαστάσεις να «προεξέχουν» και κάποιοι επιτήδειοι να τις αναδεικνύουν σκουπίζοντας τη σκόνη από πάνω τους.

Μια τέτοια διάσταση βρίσκεται και σε κείνο το ράφι όπου χωροθετήθηκαν οι μνήμες από τους αγώνες των (χριστιανών) κρητικών ν’ αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Τέτοιοι αγώνες έλαβαν χώρα σε πολλές στιγμές εκείνης της περιόδου, με αποκορύφωμα την τριετία 1866-69 και το 1896-97. Κι ενώ η πορεία των γεγονότων στις περιστάσεις εκείνες είναι γενικά γνωστή (στους κρητικούς ως επί το πλείστον, αν και αμφιβάλλουμε ότι κι αυτοί είναι πολλοί…), ελάχιστοι φαίνεται να γνωρίζουν ότι υπήρξαν και πολλοί Ευρωπαίοι επαναστάτες που αγωνίστηκαν εθελοντικά στο πλευρό των εξεγερμένων, ορμώμενοι από έναν ιδεαλισμό βασισμένο στο αίσθημα αλληλεγγύης απέναντι στους καταπιεσμένους, ειδικά όταν οι τελευταίοι ξεσηκώνονταν ενάντια στο ζυγό τους.

Είναι αλήθεια ότι είναι πολύ δύσκολο να χωρέσει κανείς σ’ ένα κείμενο όλα τα συμφραζόμενα που συνθέτουν την εικόνα των δύο αυτών ιστορικών περιστάσεων. Θα προσπαθήσουμε όμως να το κάνουμε με όσο το δυνατόν πιο σύντομο αλλά περιεκτικό τρόπο, επικεντρώνοντας στη λίγο πολύ αποσιωπημένη ιστορία των εθελοντών εκείνων.
Δώσε λοιπόν «κλώτσο να γυρίσει…ιστορία ν’ αρχινήσει»…

1. Το διεθνές σκηνικό της εποχής
Πριν απ’ όλα, πρέπει να επισημανθεί πως και οι δύο αυτοί ξεσηκωμοί του χριστιανικού κρητικού πληθυσμού δεν μπορούν να ιδωθούν έξω από το ιστορικό γεωπολιτικό πλαίσιο του 19ου αιώνα στην Ευρώπη, σημαντικό μέρος του οποίου καταλαμβάνει το λεγόμενο «Ανατολικό ζήτημα».
Αυτό αφορούσε τα διπλωματικά και πολιτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τις εγγενείς αδυναμίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να διατηρήσει τη συνοχή της, όπως παρουσιάστηκαν από τα μέσα του 18ου και ως τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι υπόδουλοι στους Οθωμανούς λαοί (ειδικά αυτοί των Βαλκανίων) εξεγείρονταν εναντίον τους, παράλληλα με την ήττα της Οθωμ/κής αυτοκρατορίας από τη Ρωσία κατά το ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1774.Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν σταδιακά σε σημαντική κάμψη της ισχύος της κι έφεραν τις ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής αντιμέτωπες με το πολυδιάστατο πρόβλημα της διανομής των εδαφών της μετά τη διαφαινόμενη διάλυσή της. Αυτά τα ιδιαίτερα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρουγγαρία και Γερμανία) αλλά κι εκείνα των αριστερών επαναστατών στο εσωτερικό τους (σοσιαλιστικά κόμματα, αναρχικές οργανώσεις και βέβαια η Διεθνής των Εργατών) αναφορικά με την κατάσταση αυτή, θα καθόριζαν αποφασιστικά τη στάση τους, τόσο σε κρατικό όσο και σε κινηματικό επίπεδο, απέναντι σε  μια σειρά επιμέρους προβλημάτων που σχετίζονταν άμεσα με το όλο «κάδρο» του ανατολικού ζητήματος, σημαντικότερο εκ των οποίων αναδείχτηκε το «κρητικό ζήτημα»(οι αγώνες και η επιθυμία των Κρητών για απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό και ένωση με την Ελλάδα). Εδώ πρέπει να ειπωθεί ότι σε εγχώριο επίπεδο, το κρητικό ζήτημα ήταν το μεγάλο εθνικό θέμα της εποχής, κάτι σαν το κυπριακό σήμερα.

2. Η στάση των επαναστατών
Βάσει του θέματος αυτού του κειμένου, για λόγους οικονομίας δεν θα αναφερθούμε εδώ στη σχετική πολιτική των Δυνάμεων. Ας περιοριστούμε στην αναφορά ότι ήταν αντίθετες στην απελευθέρωση της Κρήτης και την ένωση, γιατί φοβούνταν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε περαιτέρω κλυδωνισμούς στο εσωτερικό της Οθωμ/κής αυτοκρατορίας οδηγώντας πιθανόν στην επίσπευση της κατάρρευσής της, τη στιγμή που προέκριναν τη διατήρησή της ως ανάχωμα στην επέκταση και ισχυροποίηση της τσαρικής Ρωσίας.
Το επαναστατικό στρατόπεδο στο εσωτερικό των δυτικών χωρών είναι την εποχή εκείνη (2ο μισό του 19ου αιώνα) βαθύτατα διαιρεμένο ως προς τη στάση του απέναντι στο κρητικό ζήτημα. Ορθόδοξοι μαρξιστές, σοσιαλδημοκράτες και αναρχικοί, είχαν ως μόνη κοινή συνισταμένη την απόλυτη αντίθεσή τους στο καταπιεστικό, δεσποτικό καθεστώς του Τσάρου. Δεν είχαν αυταπάτες για κείνο του Σουλτάνου, όμως το θεωρούσαν παρηκμασμένο και «υπ’ ατμόν». Από ‘κει κι έπειτα όμως, το κοινό αυτό στοιχείο δεν τους οδηγούσε και σε κοινή θεώρηση του κρητικού ζητήματος: για λόγους που είχαν να κάνουν με τη διαφορετική θεώρηση που υιοθετούσε κάθε πλευρά για την επαναστατική θεωρία, τακτική και πρακτική, και ειδικά με την περίφημη Αρχή των Εθνοτήτων*, η  προοπτική ενός ελληνοτουρκικού πολέμου εξαιτίας των εξεγέρσεων των Κρητών (ειδικά στην περίπτωση του 1896-97) σε σχέση με την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ευρώπη, δίχαζε τις διάφορες τάσεις όσον αφορά τη διάθεσή τους γι’ αλληλεγγύη ή όχι προς τους εξεγερμένους και το αίτημά τους για ένωση με την Ελλάδα.

2α. Οι αναρχικοί
Η μόνη συνιστώσα της ευρωπαϊκής αριστεράς (με την ευρεία έννοια της λέξης…) που τάχθηκε εξαρχής με το μέρος των Κρητών ήταν οι αναρχικοί. Ο λόγος ήταν ότι, σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη, κάθε εξέγερση των καταπιεσμένων ανθρώπων ενάντια στο ζυγό τους ήταν καταρχήν γεγονός θετικό και άξιο υποστήριξης. Δεδομένου ότι σε όλο το μισό του 19ου αιώνα και ως το 1930, αποτελούσαν τη μία εκ των δύο βασικών τάσεων του εργατικού κινήματος και είτε πλειοψηφούσαν στους κόλπους του είτε διέθεταν ισχυρά κοινωνικά ερείσματα με πλατιά αποδοχή ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις ,τους φοιτητές καθώς και τους διανοούμενους σε μια σειρά από χώρες (Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Ελβετία, Ολλανδία και – παρεπιπτόντως –  σε όλη τη Λατ. Αμερική), ήταν σε θέση να οργανώνουν επιτροπής οικονομικής ενίσχυσης του κρητικού αγώνα, να κινούν καμπάνιες πίεσης και προώθησης των αιτημάτων του κι ακόμα να στέλνουν εθελοντές να αγωνιστούν στο πλευρό των Κρητών, στη βάση της έμπρακτης αλληλεγγύης.
Ας ξεκινήσουμε όμως από την πρώτη τέτοια απόπειρα.

3. Στην επανάσταση του 1866-69
Ίσως η κορυφαία έκφραση του πόθου των χριστιανών Κρητών γι’ απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό ήταν η επανάσταση των ετών 1866-69. Δύο αφορμές πυροδότησαν την έκρηξη αυτή: η επιβολή νέων επαχθών φόρων από την οθωμανική διοίκηση και το λεγόμενο «μοναστηριακό ζήτημα», που αφορούσε την αντίθεση του Γενικού Διοικητή Κρήτης Ισμαήλ Πασά στην απόδοση των μισών εσόδων από τους μοναστηριακούς φόρους προς ενίσχυση των σχολείων του νησιού.
Η επανάσταση κηρύχτηκε στις 21 Αυγούστου του 1866. Αμέσως σχηματίστηκαν ένοπλες ομάδες σε πολλές περιοχές της Κρήτης και κατά τη διάρκειά της δόθηκαν άγριες μάχες. Αποκορύφωμα αυτών ήταν το πασίγνωστο γεγονός της αυτοανατίναξης των πολιορκούμενων από τον οθωμανικό στρατό αγωνιστών στη Μονή Αρκαδίου στο Ρέθυμνο (Νοέμβριος 1866), όταν ο εχθρικός στρατός κατάφερε να εισβάλει στη Μονή. Η επανάσταση κατεστάλη τελικά το 1869, με μόνο κέρδος για το χριστιανικό πληθυσμό την καθιέρωση από την οθωμανική εξουσία του λεγόμενου Οργανικού Νόμου, που παραχωρούσε ελάχιστες συγκριτικά μεταρρυθμίσεις (που σταδιακά καταστρατηγήθηκαν κι αυτές, οδηγώντας κατόπιν σε νέες εξεγέρσεις).

Στην επανάσταση αυτή βρέθηκε στην Κρήτη ως εθελοντής ο Γάλλος επαναστάτης (οπαδός του Μπλανκί** και φίλα προσκείμενος στις αναρχικές ιδέες)Γκυστάβ Φλουράνς (1838-1871). Παρ’ ότι γιος Γάλλου βουλευτή κατά την περίοδο 1838-39 και μεγαλύτερος αδερφός του υπ. εξωτερικών της «Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας», ο Φλουράνς ενστερνίστηκε γρήγορα τις επαναστατικές σοσιαλιστικές ιδέες και το 1865, κυνηγημένος γι’ αυτές από τη γαλλική αστυνομία, ήρθε στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί πραγματοποιήθηκε στα 1866 ένα δυναμικό συλλαλητήριο συμπαράστασης στους Κρητικούς, που γρήγορα κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία (η ελληνική μοναρχία δεν συμμεριζόταν τους πόθους των επαναστατών για ένωση, μη θέλοντας να μπλεχτεί ξανά, μετά το 1821, σε πόλεμο με την οθωμ/κή αυτοκρατορία). Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν κι ο Φλουράνς, που μόλις αφέθηκε ελεύθερος, κατέβηκε στην Κρήτη κι εντάχθηκε αμέσως στους κύκλους των επαναστατών, τους οποίους ήδη είχαν συνδράμει κι άλλοι ευρωπαίοι σοσιαλιστές και αναρχικοί από διάφορες χώρες, μαζί με 100 περίπου Πατρινούς εθελοντές. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες, έγινε γνωστός και κέρδισε την εκτίμηση των ντόπιων, οπότε του δόθηκε ο βαθμός του λοχαγού και το καλοκαίρι του 1868 η Κρητική Εθνοσυνέλευση του χορήγησε τιμητική ιθαγένεια και τον όρισε πρέσβη της απέναντι στο βασίλειο της Ελλάδας. Με τηλεγραφήματά του, ο Φλουράνς ζήτησε από τη γαλλική κυβέρνηση την προάσπιση των δικαίων των Κρητικών κι έφυγε για την Αθήνα προκειμένου να συναντήσει το μονάρχη Γεώργιο τον Α’. Εκείνος όμως όχι μόνο δεν τον δέχτηκε αλλά διέταξε και τη σύλληψή του. Μετά από πολλές (δια)δηλώσεις συμπαράστασης προς το πρόσωπό του από δημοκράτες και ριζοσπάστες, όπως ο βουλευτής Ρόκκος Χοϊδάς, αφέθηκε ελεύθερος, μετά από λίγο όμως συνελήφθη ξανά και μετά από αίτημα του Γάλλου πρέσβη απελάθηκε στη Μασσαλία.
Στη Γαλλία ο Φλουράνς συνέχισε ασυμβίβαστος τον αγώνα του υπέρ των προλετάριων και γενικότερα των καταπιεσμένων, με αποκορύφωμα την ενεργό συμμετοχή του στην περίφημη Κομμούνα του Παρισιού (Μάρτιος – Μάιος  1871). Σ‘ αυτήν εξελέγη από το  λαό μέλος της «Επαναστατικής Επιτροπής» και τοποθετήθηκε στρατηγός. Σκοτώθηκε σε μια μάχη ενάντια στην πιστή στις Βερσαλλίες χωροφυλακή, στις 3 Απριλίου του 1871, σε ηλικία 33 ετών.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε στο ημερολόγιό του για τη θλίψη του απέναντι στο θάνατο του «κόκκινου ιππότη», ενώ νεκρολογία γι’ αυτόν έγραψε, απρ’ όλες τις διαφωνίες τους, και ο Καρλ Μαρξ στη γερμανική εφημερίδα «Λαϊκό Κράτος». Κείμενα του Φλουράνς στα ελληνικά μετέφρασε ο επτανήσιος επαναστάτης σοσιαλιστής Παναγιώτης Πανάς (1832-1896).Τέλος, σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Μπούτσερ, ειδικό στο έργο του Ιουλίου Βερν, ο συγγραφέας σχεδίασε τον κάπτεν Νέμο, ήρωα του γνωστού βιβλίου του «20 χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα», με βάση την προσωπικότητα του Φλουράνς.
Τάφηκε στο κοιμητήριο του Περ Λασαίζ στο Παρίσι.

Δυστυχώς δεν έχουμε περαιτέρω πληροφορίες για τους υπόλοιπους ευρωπαίους εθελοντές της επανάστασης του 1866. Εκτός από έναν: τον Ιταλό αναρχικό Αμιλκάρε Τσιπριάνι (1844-1918). Ο Τσιπριάνι συμμετείχε ενεργά στον αγώνα των Γκαριμπαλντινών ενάντια στην αυστριακή κυριαρχία επί της σημερινής Ιταλίας την περίοδο 1859-60. Για το λόγο αυτό κυνηγήθηκε από την αυστριακή αστυνομία και για να γλυτώσει διέφυγε στο εξωτερικό (Ελλάδα-Αίγυπτο). Στην Ελλάδα, μαζί με άλλους ξένους αναρχικούς που είχαν συγκροτήσει τη λεγόμενη «δημοκρατική λέσχη», έλαβε μέρος το 1862 στην εξέγερση ενάντια στον Όθωνα, οπότε κυμάτισε για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο η κόκκινη σημαία της Διεθνούς, στο οδόφραγμα που έστησαν οι αναρχικοί του Τσιπριάνι στην περιοχή της Καπνικαρέας. Συνελήφθη και απελάθηκε, με αποτέλεσμα να καταλήξει στην Αίγυπτο. Από ‘κει πέρασε στην Κρήτη το 1868, για να πολεμήσει μαζί με τους επαναστάτες ενάντια στους Οθωμανούς. Μετά την καταστολή της επανάστασης το 1869, έφυγε για το Λονδίνο.
Τον Τσιπριάνι θα τον συναντήσουμε ξανά, 30 χρόνια αργότερα, να αγωνίζεται και πάλι υπέρ των «αδυνάτων Ελλήνων»…

4. …Στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897
Το όλο πλαίσιο του πολέμου αυτού είναι αρκετά πιο περίπλοκο και δεν μπορεί να περιγραφεί ικανοποιητικά μέσα στις λίγες γραμμές αυτού του κειμένου. Οπωσδήποτε, κυρίαρχο ρόλο στις εξελίξεις παίζει και σ’ αυτή την περίσταση το-άλυτο ακόμα- κρητικό ζήτημα, από κοινού με έναν μαινόμενο εθνικιστικό λόγο, που παρέσυρε την κυβέρνηση Δηλιγιάννη σ’ έναν πόλεμο με καταστροφικό για το ελληνικό κράτος τέλος.
Εν συντομία, στα 1896 οι χριστιανοί Κρητικοί εξεγείρονται και πάλι ενάντια στην Οθωμ/κή διοίκηση. Μετά από αλλεπάλληλες εχθροπραξίες σε Χανιά, Βάμο, Ηράκλειο κ.α., εκδικητικές σφαγές του πληθυσμού από πλευράς Οθωμανών, παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων, αμφιταλαντευόμενες δηλώσεις και στάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, επήλθε ένας συμβιβασμός που οδήγησε στην κατάκτηση της αυτονομίας του νησιού. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για τους σωβινιστές της υπόλοιπης Ελλάδας. Ορμώμενοι από τα γεγονότα στην Κρήτη, εξαπολύουν έναν παραληρηματικό εθνικιστικό-φιλοπόλεμο λόγο που κατηγορούσε την κυρίαρχη πολιτική τάξη για προδοσία των εθνικών δικαίων απέναντι στους Οθωμανούς και καλούν πεισματικά στα όπλα με αιχμές το κρητικό ζήτημα και την προσάρτηση της Μακεδονίας στην Ελλάδα.
Συσπειρωμένοι γύρω από μια αρχικά μυστική συνομωτική οργάνωση με το όνομα «Εθνική Εταιρεία» (αποτελούμενη αρχικά μόνο από στρατιωτικούς κι αργότερα κι από άλλες προσωπικότητες  αλλά και ιερείς) και συνεπικουρούμενη από τον καιροσκοπισμό της εκάστοτε αντιπολίτευσης, θα βρουν μεγάλη απήχηση στο λαό και εν τέλει θα εξωθήσουν την ενδοτική, και χωρίς καμία συναίσθηση των πραγματικών συσχετισμών δύναμης, κυβερνητική δράκα, να προχωρήσει σε πόλεμο με την Πύλη. Ο  πόλεμος αυτός ξέσπασε το 1897, διάρκεσε μόλις ένα μήνα  και έληξε με ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας και επιβολή οικονομικού ελέγχου από τις μεγάλες δυνάμεις.

Αγνοώντας (ή σε πολλές περιπτώσεις, μη θέλοντας να δουν…) το γλοιώδες αυτό παρασκήνιο των σκοπιμοτήτων και του μεγαλοϊδεατισμού του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, για μια ακόμα φορά προσέτρεξαν ν’αγωνιστούν στο πλευρό του κρητικού λαού και του ελληνικούς στρατού εθελοντές ευρωπαίοι από διάφορες χώρες (Αγγλία, Γαλλία και κυρίως Ιταλία). Κίνητρό τους και πάλι τα ίδια ιδεαλιστικά κίνητρα «της αλληλεγγύης προς το μικρό αλλά τολμηρό, γενναίο ελληνικό λαό που ξεσηκωνόταν ενάντια στον ισχυρό». Ήταν και πάλι σοσιαλιστές, αναρχικοί και γκαριμπαλντινοί Ιταλοί πατριώτες. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους έφτασε τους 1000-1500 εθελοντές, που πήραν μέρος στις μάχες της Θεσσαλίας (Δομοκός) και της Ηπείρου, ενταγμένοι στον ελληνικό στρατό υπό μορφή τριών σωμάτων: ένα οι πολυπληθέστεροι Γκαριμπαλντινοί, ένα η «Φάλαγγα των Φιλελλήνων» που αποτελούνταν από τη λεγεώνα των μαυροντυμένων αναρχικών του Αμιλκάρε Τσιπριάνι κι ένα με συμμετοχή αναρχικών και σοσιαλιτών υπό τον συνταγματάρχη Μπερτέ.
Μετά την ήττα και κατόπιν αιτήματος της ιταλικής κυβέρνησης, που δεν ήθελε τους ένοπλους αυτούς επαναστάτες να επιστρέφουν έτσι στα εδάφη της, η ελληνική κυβέρνηση αφόπλισε τα σώματα αυτά (προς μεγάλη αναταραχή, αγανάκτηση και απογοήτευση στους κόλπους τους) και επιτήρησε την αναχώρησή τους σε μικρές ομάδες με ελληνικά πλοία στην Ιταλία.
Ο Αμιλκάρε Τσιπριάνι τραυματίστηκε στη μάχη του Δομοκού και αποχωρώντας κατέγραψε τη μαρτυρία του στην επιθεώρηση «Ημερολόγιο του Κοινωνικού Ζητήματος» που εξέδιδε στο Παρίσι ο Έλληνας αναρχικός Παύλος Αργυριάδης. Ήταν ήδη, μετά από αγώνες δεκαετιών στο πλευρό του προλεταριάτου και των αδυνάτων σε μια σειρά χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Αίγυπτο, Γαλλία, Ελβετία), μια εμβληματική φυσιογνωμία του ευρωπαϊκού αναρχικού κινήματος, με αποκορύφωμα την ενργό συμμετοχή του (και) στην Κομμούνα του Παρισιού, όπως και ο Φλουράνς.
Πέθανε στο Παρίσι στις 2 ή 3 Μαϊου του 1918.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο σοσιαλιστής πατέρας του-επίσης σοσιαλιστή στα νιάτα του-Μουσολίνι, είχε βαπτίσεο το γιο του με τρία μικρά ονόματα: Μπενίτο Αμιλκάρε Αντρέα-Μπενίτο προς τιμήν του μεξικανού αστικοδημοκράτη επαναστάτη Μπενίτο Χουάρεζ και Αμιλκάρε Αντρέα προς τιμήν των Ιταλών αναρχικών Τσιπριάνι και Κόστα.

Από τότε μέχρι σήμερα, σε διάφορες χρονικές στιγμές και σε όποιο μέρος του κόσμου υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για την ελευθερία τους (Νικαράγουα-Σαντινίστας, Μεξικό-Ζαπατίστας, Χιλή-Μαπούτσε, Παλαιστίνη…), αυτή η ανιδιοτελής παράδοση της έμπρακτης αλληλεγγύης και προσφοράς (με τα διλήμματα και τα προβλήματα που εξακολουθεί να θέτει) συνεχίζεται από τους συντρόφους και τις συντρόφισσες του διεθνούς ελευθεριακού-αναρχικού κινήματος.
…Σ’ αυτούς τους συντρόφους/ισσες αφιερώνεται το κείμενο αυτό.

Καθώς η Ιστορία είναι στο μεγαλύτερο μέρος της η ακρωτηριασμένη, επιλεκτική αφήγηση που η εθνική εκπαίδευση ενσταλάζει στα κεφάλια των υπηκόων, με στόχο να πνίξει τις ανεπιθύμητες πτυχές της στην πλημμύρα του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας, το νόημα διηγήσεων όπως αυτή βρίσκεται στην ενδυνάμωση εκείνης της φωνής των απανταχού καταπιεσμένων, που βοά για άλλη μια φορά:

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ
ΕΙΝΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Πηγές:
1.   Λεωνίδας Καλιβρετάκης, «Η ζωή και ο θάνατος του Γουσταύου Φλουράνς», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998
2.   Συλλογικό, «Ο πόλεμος του 1897», Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1997
(ευχαριστούμε τον Μ.Π. για την παραχώρηση του βιβλίου)
3.   Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις…» (εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη μικρασιατική καταστροφή), Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999
4.   Βασίλης Ραφαηλίδης, «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974», εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993
5.   Αφιέρωμα στον ελληνοτουρικό πόλεμο του 1897, εφημερίδα «Καθημερινή», ένθετο «Επτά Ημέρες», 11 Μαϊου 1997
6.   Διάφορες ιστοσελίδες (Wikipedia, knoll, a unit for knowledge κ.α.)

* «Αρχή των Εθνοτήτων»:
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα έθνη (με όποιο τρόπο κι αν ορίζονται, όσο μέγεθος και να έχουν, όποιο επίπεδο πολιτισμικής και οικονομικής ανάπτυξης) αποτελούν (ή πρέπει να αποτελούν) τη βασική μονάδα οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών και γύρω απ’ αυτά να συγκροτείται ένα κράτος (και όχι, π.χ., γύρω από μια μοναρχία)

** Ωγκύστ Μπλανκί ( Auguste Blanqui, 1805 –1881):
Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, επιφανέστατη προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη «Μπλανκισμός» («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών

Πηγή: Εφημερίδα Δρόμου «ΑΠΑΤΡΙΣ»

apatris.info

10/3 Επιστολή των 3 φυλακισμένων μελών του Επαναστατικού Αγώνα

Posted in ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ with tags , , , , , , on Μαρτίου 10, 2010 by Persona Non Grata

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΟΠΛΗ ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ

ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΕΣΕ ΜΑΧΟΜΕΝΟΣ Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ ΦΟΥΝΤΑΣ

 

 

Η καλύτερη πολιτική τιμή

για έναν σύντροφο που έχασε

τη ζωή του στον αγώνα

είναι η συνέχιση του αγώνα του.

Τα ξημερώματα της 10 Μάρτη του 2010 στη Δάφνη ο σύντροφος μας στον Επαναστατικό Αγώνα Λάμπρος Φούντας έχασε τη ζωή του πολεμώντας τα ένοπλα σκυλιά του καθεστώτος.

Τα ξημερώματα της 10 Μάρτη του 2010 ήταν ο Επαναστατικός Αγώνας που έχασε ένα κομμάτι του εαυτού του στη Δάφνη. Είμαστε εμείς που πέσαμε και σηκωθήκαμε για να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, για να συνεχίσουμε τον αγώνα του συντρόφου.

Ήταν οι μέρες που ο Επαναστατικός Αγώνας βρισκόταν στην τελική ευθεία για την πραγματοποίηση ενός ακόμα χτυπήματος. Ενός χτυπήματος που θ’ αποτελούσε έναν ακόμη σταθμό στην αγωνιστική πορεία που ξεκινήσαμε εν όψει της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Την πορεία αυτή χαράξαμε μαζί με τον σύντροφο Λάμπρο Φούντα σε μια περίοδο που η χρηματοπιστωτική κρίση βρισκόταν στα αρχικά της στάδια. Τότε, δεν είχε γίνει ακόμη κατανοητή σε πολλούς ούτε η έκταση ούτε το βάθος της. Στην Ελλάδα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας είχε πειστεί από την καθεστωτική προπαγάνδα της τότε κυβέρνησης, πως η κρίση δεν πρόκειται να πλήξει τη χώρα, της οποίας η οικονομία στηρίζοταν σε «γερά θεμέλια», ενώ αντιμετωπιζόταν ως μια δύσκολη μεν, αντιμετωπίσιμη δε επιπλοκή στη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που με τους κατάλληλους χειρισμούς από την οικονομική και πολιτική ελίτ μπορούσε να μην επεκταθεί σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Ως πολιτική συλλογικότητα είμαστε πεπεισμένοι πως η παγκόσμια κρίση που πυροδοτήθηκε από το σκάσιμο της φούσκας των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων χαμηλής φερεγγυότητας στης ΗΠΑ, ήταν ένα μεγάλο χτύπημα σε μια από τις πλέον κεντρικές λειτουργίες του συστήματος -για να είμαστε πιο ακριβείς στον αιμοδότη της παγκόσμιας οικονομίας- τον χρηματοπιστωτικό τομέα, που ήρθε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της συστημικής κρίσης, η οποία υπέβοσκε για δεκαετίες, πλήττοντας τη μια μετά την άλλη κάθε διάσταση του συστήματος: την κοινωνική, την οικονομική, την πολιτική, την περιβαλλοντολογική.

Είμαστε πεπεισμένοι πως η κρίση αυτή θα έπληττε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και την Ελλάδα, καθώς η χώρα για χρόνια βούλιαζε λόγω του υπέρογκου δημόσιου χρέους. Το 2009 για το συγκεκριμένο ζήτημα γράφαμε: «Στην Ελλάδα, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, βρισκόμαστε υπό ένα καθεστώς δουλείας, με το υπερεθνικό κεφάλαιο να επιβάλλει με τον βούρδουλα του χρέους και των ελλειμμάτων, τους πιο απεχθείς όρους φορολόγησης, εργασίας, αμοιβών και συνταξιοδοτήσεων, όρους που καμιά κοινωνία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανέχεται. Όπως δεν πρέπει να ανέχεται για το συμφέρον των μεγάλων τοκογλύφων, ντόπιων και ξένων, να κόβονται οι δημόδιες δαπάνες, να ξεψυχούν τομείς όπως η δημόσια υγεία, να κλείνουν νοσοκομεία. Οι εγκληματίες που ηγούνται της διεθνούς χρηματαγοράς, ήδη έχουν ξεκινήσει τη μεγάλη κερδοσκοπική εφόρμηση στην αγορά του χρέους, καθώς τα στοιχήματα για την κατάρρευση διαφόρων χωρών βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων της αγοράς». (1)

Στο ίδιο κείμενο, στους πρώτους μήνες του 2009, μιλούσαμε για τους όρους που η υπερεθνική οικονομική και πολιτική εξουσία θα απαιτούσε απο την καταχρεωμένη Ελλάδα, όρους που ένα χρόνο αργότερα είδαμε στο μνημόνιο της τρόικας: «Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι διατεθειμένη να δεχτεί εν λευκώ κάθε όρο του μεγάλου κεφαλαίου, όσο δυσβάσταχτος και αν είναι, να επιβάλει δια πυρός και σιδήρου και τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες επιταγές που τις υποδεικνύει η αγορά και οι πολιτικές συμμαχίες που την υπηρετούν, όπως η Ε.Ε και να ματώσει την ελληνική κοινωνία, προκειμένου ν’ ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές της. Πιστεύει βέβαια πως, για πολιτικούς λόγους που αφορούν την καθεστωτική σταθερότητα στη χώρα και στην ευρύτερη περιοχή, οι αγορές δεν θα την εγκαταλείψουν».

Βέβαια, η κυβέρνηση της Ν.Δ. μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, απαξιώθηκε πλήρως στα μάτια της διεθνούς οικονομικής και πολιτικής ελίτ, αφού φάνηκε ανίκανη να διαχειριστεί μια κοινωνική έκρηξη και κατ’ επέκταση κρίθηκε ακατάλληλη να διαχειριστεί ένα ιδιαίτερα ευμετάβλητο κοινωνικό πεδίο, έτσι όπως αυτό διαμορφωνόταν καθώς η χώρα βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά στην κρίση. Γι’ αυτό και η ίδια η ελίτ «έσπρωχνε» την τότε κυβέρνηση πρός την έξοδο απο την εξουσία, προωθώντας το ΠΑΣΟΚ ως το πιο κατάλληλο κόμμα, για να διασφαλίσει την όσο το δυνατό ομαλότερη πορεία της χώρας πρός την νέα οικονομική και πολιτική συνθήκη που ζούμε σήμερα και που ορίζεται απο την κατοχική συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-Τρόικας ( ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ ).

Ένα χρόνο πρίν την υπογραφή του μνημονίου στο ίδιο κείμενο αναφερόμαστε στην αναγκαιότητα μιας επαναστατημένης κοινωνίας να επιβάλλει στάση πληρωμών, λέγοντας: «η πολιτική βούληση για μια κοινωνία ν’ αποτινάξει μια για πάντα το ζυγό του χρέους απο πάνω της, όχι μόνο γιατί δεν τον αντέχει αλλά γιατί δεν τον θέλει, είναι συνυφασμένη με την απόφαση ν’ αντιπαρατεθεί με το σύνολο της πολιτικής εξουσίας, με την απόφαση να έρθει σε ρήξη με το οικονομικό και πολιτικό σύστημα, με την απόφαση ν’ ανατρέψει το καθεστώς που την κρατάει σκλαβωμένη».

Όσον αφορά την αναπόφευκτη και τυπική πλέον χρεωκοπία του ελληνικού οικονομικού συστήματος, τον Ιανουάριο του 2009 γράφαμε: «Η προσεχής κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και η κοινωνική αναταραχή που θ’ ακολουθήσει, μπορεί να πυρροδοτήσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς οι κοινωνίες τους βρίσκονται ήδη σε δεινή οικονομική και κοινωνική θέση».(2)

Είμαστε πεπεισμένοι σαν συλλογικότητα και το είχαμε καταγράψει ήδη απο το 2005 (3), πως η ελληνική οικονομία όχι μόνο δεν ήταν ισχυρή αλλά πως ήταν ιδιαίτερα επιρρεπής στις αναταράξεις μιας επικείμενης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Το σκάσιμο της φούσκας των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων χαμηλής φερεγγυότητας στις ΗΠΑ, για εμάς απλώς σήμανε την έναρξη της μεγάλης κρίσης, «της μεγαλύτερης στην ιστορία του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς. Και αυτό γιατί αφορά την πρώτη πραγματικά παγκόσμια κρίση μεγάλου μεγέθους, η οποία διαχέεται σε κάθε φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας και εξαπλώνεται σε όλον τον πλανήτη λόγω της έντονης αλληλεξάρτησης σε συνθήκες οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Επίσης, παρά τις σοβαρές ποιοτικές διαφορές με την κρίση του ’29, είναι πιο σοβαρή απο εκείνη, όχι μόνο λόγω της ευρήτητας αλλά και λόγω του γεγονότος ότι το σύστημα εκείνη την περίοδο μπορούσε πιο εύκολα να ελεγχθεί». (4)

Την ίδια περίοδο μιλούσαμε για την επόμενη κρίση στην αγορά των τροφίμων που θα ερχόταν ως αποτέλεσμα των κερδοσκοπικών «παιχνιδιών» της οικονομικής ελίτ στα χρηματιστήρια, όπου «επενδύονται» στην πείνα και στην εξόντωση ολόκληρων φτωχών πληθυσμών τα πλεονάσματα κεφαλαίων που συσσώρευονται στην χρηματοοικονομική σφαίρα.

Είχαμε μιλήσει για τις επόμενες εξεγέρσεις στις χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας που θα πυροδοτούσαν οι ελλείψεις στο ψωμί και στα βασικά τρόφιμα. Σήμερα ο λαϊκός ξεσηκωμός στις χώρες της Β. Αφρικής, που στη Λιβύη έχει πάρει τον χαρακτήρα της ένοπλης σύγκρουσης για την ανατροπή του καθεστώτος, αποτελεί μια εικόνα από το μέλλον των χωρών του καπιταλιτικού κέντρου. Είναι μια εικόνα από το μέλλον το δικό μας που δεν πρόκειται να αργήσει να έρθει.

Η κρίση για εμάς, για τον σύντροφο Λάμπρο Φούντα, θα άνοιγε νέους ορίζοντες για τους επαναστάτες και θα μας πρόσφερε τη μοναδική ευκαιρία, να προωθήσουμε την επαναστατική υπόθεση. «Αυτή άλλωστε είναι και η ευκαιρία που προσφέρει κάθε μεγάλη οικονομική κρίση. Είναι η εποχή που κορυφώνεται η κοινωνική, πολιτική αλλά και η ηθική απαξίωση απέναντι σε ένα καθεστώς που βρίσκεται στη μέγιστη παρακμή του. Είναι η εποχή που αναμένονται οι μέγιστες κοινωνικές αντιδράσεις και οι κοινωνικές εκρήξεις. Είναι η εποχη που μια πραγματικά αισχρή μειοψηφία ωφελείται πλέον από το οικονομικό και πολιτικό αυτό σύστημα. Είναι η εποχή που ανοίγουν οι μεγαλύτερες ρωγμές ανάμεσα στην ελίτ και τους υπερασπιστές τους από τη μία και στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας που μαστίζει η κρίση από την άλλη. Είναι η εποχή που δίνεται η μοναδική ευκαιρία στις επαναστατικές δυνάμεις να δράσουν προς την κατεύθυνση της επανάστασης». (5)

Έχοντας ως πυξίδα πάντα την τελική σύγκρουση με το καθεστώς για την ανατροπή και την κοινωνική επανάσταση, είχαμε εκπονήσει ως οργάνωση μαζί με τον σύντροφο Λάμπρο Φούντα ένα σχέδιο δράσης το οποίο είχε δυο κεντρικές πολιτικές κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορούσε την όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμβολή μας στην αποσταθεροποίηση ενός ήδη ασταθούς, λόγω κρίσης, καθεστώτος. Για το σκοπό αυτό προγραμματίζαμε βάση της ανάλυσής μας, χτύπηματα που στόχευαν σε θεσμούς, οργανισμούς και μηχανισμούς οι οποίοι έπαιζαν ένα σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της κρίσης, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, που κατέχουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των σύγχρονων οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, που ευθύνονται γαι το νέο ολοκληρωτισμό. Για εμάς ήταν καθήκον επαναστατικό, όχι απλώς να μην μείνουμε θεατές στη κρίση, αλλά να επιχειρήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις και με κάθε κόστος να κάνουμε τη κρίση αυτή όσο πιο σοβαρή γίνεται για το ίδιο το σύστημα, να σαμποτάρουμε κάθε δυνατότητα ξεπεράσματός της. Ήταν χρέος μας να πλήξουμε την οικονομική και πολιτική ελίτ, να πλήξουμε αυτούς που ευθύνονται για τη φτώχεια, τη δυστυχία, την ανέχεια, το θάνατο που μαστίζει τη χώρα μας και όλο τον πλανήτη. Ήταν χρέος μας να χτυπήσουμε την ελίτ που όχι μόνο είναι υπεύθυνη για την κρίση αλλά βλέπει σ’ αυτήν την ευκαιρία για ν’ αυξήσει την οικονομική της δύναμη, για ν’ αυξήσει την κοινωνική ισχύ της. Ήταν χρέος μας να την πλήξουμε όσο μπορούμε και να βαθύνουμε τα ρήγματα στο ήδη ευάλωτο καθεστώς, να συμβάλουμε όσο το δυνατό περισσότερο στην παραπέρα αποσταθεροποίησή του. Ήταν χρέος μας ως επαναστατική οργάνωση να σπρώξουμε το καθεστώς προς την κατάρρευση.

Για τους παραπάνω λόγους οι επιλογές των στόχων μας γίνονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιείται η πολιτική ανάγκη να δράσουμε εναντίον κομβικής πολιτικής σημασίας στόχους και συγχρόνως να είναι δυνατή η πραγματοποίηση χτυπημάτων που δεν θα είχαν απλώς συμβολικό χαρακτήρα, αλλά θα κατάφερναν να πλήξουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό που μας επέτρεπε κάθε φορά η αντίστοιχη χωροταξία, τις ίδιες τις υποδομές του συστήματος.

Η δεύτερη πολιτική κατεύθυνση αφορούσε την όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμβολή μας στην πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση του καθεστώτος. Φιλοδοξία μας ήταν να συμβάλουμε όσο μπορούμε στη θεωρητική και ιδεολογική αποδόμησή του και όσων το στηρίζουν. Επίσης, επιδιώκαμε να συμβάλουμε στον εμπλουτισμό της επαναστατικής επιχειρηματολογίας ενάντια στους διάφορους αριστερούς καλοθελητές του συστήματος, που βλέπουν τη κρίση ως ευκαιρία για να αναβαθμιστούν πολιτικά και για να αποκτήσουν ένα ρόλο – ρυθμιστή στη «βελτίωση» και τον «εξανθρωπισμό» του συστήματος. Για αυτούς τους πολιτικούς αριβίστες οι εκδηλώσεις της κοινωνικής αγανάκτησης και οργής είναι απλώς εργαλεία χρήσης για τον δικό τους στόχο που συνδέεται με τη συνδιαχείρηση του συστήματος και με το μοίρασμα της εξουσιαστικής πίτας.

Φιλοδοξία της συλλογικότητάς μας ήταν να βοηθήσουμε στη θεωρητική «οχύρωση» της ανατρεπτικής δράσης που πρόκειται να δοκιμαστεί ιδιαίτερα εν μέσω του ρευστού πολιτικού περιβάλλοντος, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται λόγω της πολυδιάστατης συστημικής κρίσης, η οποία βαθαίνει όλο και περισσότερο.

Με βάση αυτό το πολιτικό πλαίσιο και το συλλογικό σχέδιο δράσης, ο Επαναστατικός Αγώνας άνοιξε έναν κύκλο δράσης εν μέσω της παγκόσμιας κρίσης με επιθέσεις εναντίον στόχων όπως η Citibank, η Eurobank και το Χρηματιστήριο. Στη συνέχιση αυτού του κύκλου δράσης εντασσόταν η προπαρασκευαστική ενέργεια της απαλλοτρίωσης του οχήματος στη Δάφνη, στις 10 Μάρτη του 2010, κατα τη διάρκεια της οποίας ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας έδωσε τη μάχη με τους μπάτσους.

Τελικός μας στόχος, τελικός στόχος του ίδιου του συντρόφου μας, ήταν να μην επιτρέψουμε η κρίση του συστήματος να γίνει ευκαιρία για το κράτος και τ’ αφεντικά για μια γενικευμένη πολιτική και οικονομική αναδιάρθρωση προς την κατεύθυνση της ακόμη μεγαλύτερης συγκέντρωσης κοινωνικής ισχύος στα χέρια της κυρίαρχης αισχράς μειοψηφίας. Να μεγαλώσουμε την κρίση αξιοπιστίας του συστήματος, να συμβάλουμε στην τελική χρεοκοπία του.

Ως Επαναστατικός Αγώνας, ως συλλογικότητα μαζί με τον σύντροφο Λάμπρο Φούντα είχαμε μια κοινή επιλογή: Να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για να κάνουμε την κρίση ευκαιρία για την ανατροπή του καθεστώτος, ευκαιρία για την Κοινωνική Επανάσταση.

Τελικά, ο σύντροφος Λάμπρος έδωσε την ίδια του την ζωή σ’ αυτό τον σκοπό. Έδωσε τη ζωή του προετοιμάζοντας ένα ακόμη χτύπημα – απάντηση στο καθεστώς. Έδωσε τη ζωή του πολεμώντας όχι απλώς τους μπάτσους σ’ ένα στενό της Δάφνης. Έδωσε τη ζωή του για να μην περάσει η κατοχή της ελληνικής κυβέρνησης, του ΔΝΤ, της Ε.Ε και της ΕΚΤ. Για να μην περάσει η σύγχρονη χούντα του κράτους και του κεφαλαίου. Για να μην περάσει ο νέος ολοκληρωτισμός που η οικονομική και πολιτική ελίτ θέλει να επιβάλλει σε όλο τον πλανήτη με αφορμή την παγκόσμια οικονομική κρίση. Ο σύντροφος έδωσε τη ζωή του πολεμώντας ώστε να γίνει η κρίση ευκαιρία για την Κοινωνική Επανάσταση.

Αυτό ήταν το πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο επαναστάτης Λάμπρος Φούντας. Η δράση του ήταν άμεσα συνεδεμένη με τα μεγαλύτερα ζητήματα που αφορούν την ελληνική κοινωνία αλλά και όλο τον πλανήτη. Γι’ αυτό και του αρμόζει να γίνει «σημαία» αντίστασης στην κατοχική κυβέρνηση, «σημαία» αντίστασης και αγώνα ενάντια στην οικονομική και πολιτική ελίτ, «σημαία» αντίστασης και αγώνα ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο. Γι’ αυτό και του αρμόζει να γίνει «σημαία» στον αγώνα για την απελευθέρωση όλων των ανθρώπων. Να γίνει «σημαία» της Κοινωνικής Επανάστασης.

Τον σύντροφο Λάμπρο Φούντα δεν τον γνωρίσαμε φυσικά, στους κόλπους του Επαναστατικού Αγώνα. Όλοι μας έχουμε τις ίδιες πολιτικές καταβολές καθώς προερχόμαστε από την ίδια κινηματική μήτρα. Όλοι μας στον Επαναστατικό Αγώνα είμασταν, είμαστε και θα είμαστε αναρχικοί και μοιραζόμαστε πολλές κοινές στιγμές αγώνα. Μια σημαντική αγωνιστική στιγμή για τον σύντροφο και για κάποιους από εμάς ήταν το Πολυτεχνείο του ’95. Πολυάριθμες άλλες πολιτικές συναντήσεις σε αγώνες είχαν προηγηθεί πριν ανταμώσουμε στον Επαναστατικό Αγώνα. Στη συλλογικότητα που σημάδεψε τη συντροφική μας σχέση με τον Λάμπρο Φούντα με τον πλέον καθοριστικό τρόπο. Στη συλλογικότητα που φράσεις όπως «η ολόψυχη αφοσίωση στον αγώνα» βρίσκει την έννοια της στο πρόσωπο του συντρόφου. Και που εμείς δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε, γιατί εγκαταλείπουμε μια κοινή ιστορία, εγκαταλείπουμε τις κοινές επιθυμίες, εκαταλείπουμε τους κοινούς στόχους. Εγκαταλείπουμε τον ίδιο τον σύντροφο. Εγκαταλείπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Για εμάς τους συντρόφους του στον Επαναστατικό Αγώνα δεν είναι νεκρός. Είναι στο αίμα μας και στον αέρα που αναπνέουμε σαν αγωνιστές. Είναι μέσα στους στόχους και τους σκοπούς μας. Είναι ένα με την οργάνωση και τον αγώνα μας. Είναι κάθε μέρα, κάθε στιγμή παρών. ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ .

Συγκέντρωση στις 10 Μάρτη και ώρα 16:00 μ.μ. στην πλατεία Καλογήρων στη Δάφνη και πορεία στο σημείο που ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας έδωσε τη μάχη με τους μπάτσους.

Κώστας Γουρνάς, Πόλα Ρούπα, Νίκος Μαζιώτης

 

 

 

(1) Προκήρυξη ανάληψης ευθύνης για την απόπειρα ανατίναξης των κεντρικών γραφείων της Citibank στην Κηφησιά στις 18/02 και την έκρηξη στο υποκατάστημα της Citibank στη Ν.Ιωνία στις 09/03 αντίστοιχα.

(2) Προκήρυξη ανάληψης ευθύνης για την ένοπλη επίθεση εναντίον των ΜΑΤ στο υπουργείο Πολιτισμού στις 05/01/2009.

(3) Προκήρυξη ανάληψης ευθύνης για την έκρηξη στο υπουργείο Απασχόλησης στις 02/06/2005 και την έκρηξη στο υπουργείο Οικονομίας στις 12/02/2005.

(4) Προκήρυξη ανάληψης ευθύνης για την απόπειρα ανατίναξης των κεντρικών γραφείων της Citibank στην Κηφησιά και την έκρηξη στο υποκατάστημα της Citibank στη Ν.Ιωνία.

(5) Προκήρυξη ανάληψης ευθύνης για την ένοπλη επίθεση εναντίον των ΜΑΤ στο υπουργείο Πολιτισμού.