Toποθέτηση Α.Δ. Μπουρζούκου στην εκδήλωση στην ΑΣΟΕΕ

Ξεκινώντας, πιστεύω πως έχει μία σημασία να δούμε λίγο πιο συνολικά το ζήτημα της καταστολής στις δυτικές δημοκρατίες και το πώς συνδέεται άμεσα, τελικώς, με την ίδια την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος.

Καταρχήν, η καταστολή επιμέρους αγώνων, αλλά και η ευρύτερη κατασταλτική πολιτική δεν είναι φαινόμενο που εμφανίζεται μόνο σε καιρούς κρίσης. Ήδη σε καιρούς «κοινωνικής νηνεμίας» και σχετικής «ευμάρειας» – για ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας- η κυριαρχία έχει επενδύσει στην κατασταλτική στρατηγική, δημιουργώντας έτσι την απαραίτητη ηθική νομιμοποίηση στο κοινωνικό πεδίο. Είναι η ανάγκη του συστήματος να «καθολικοποιήσει» το δόγμα της ασφάλειας, διαμορφώνοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να ριζώσει, να αναπαραχθεί και εν τέλει να μετεξελιχθεί στη συμμετοχή του κάθε ανθρώπου στο κατασταλτικό έργο σε επίπεδο καθημερινότητας. Με λίγα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατασταλτική πολιτική δεν είναι ο μηχανισμός που ενεργοποιείται περιστασιακά για την αντιμετώπιση και το ξεπέρασμα κρίσεων (οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτικών). Αντιθέτως, είναι μία διαρκής συνθήκη που στόχο έχει την εμπέδωση της ιδεολογίας του φόβου μετατοπίζοντας το ειδικό βάρος της καταστολής στους εκάστοτε «επικίνδυνους» για την κοινωνία, είτε είναι οι οροθετικές πόρνες, είτε οι μετανάστες και οι υγειονομικές βόμβες, είτε ο αναρχικός χώρος. Πάντοτε θα υπάρχει στόχος, ο «αποδιοπομπαίος τράγος» που θα έρθει να εξυγιάνει το άρρωστο προσωπείο του καπιταλιστικού συστήματος, αφήνοντας, όμως, ανέπαφο τον πυρήνα που γεννά και θα συνεχίσει να γεννά μιζέρια, εξαθλίωση και υποταγή. Εκεί στοχεύει η καταστολή, λοιπόν, σε καιρούς κοινωνικής ειρήνης. Στον ευνουχισμό της σκέψης, στην αδυναμία της πράξης.

Έτσι, στην ιστορική της εξέλιξη η αστική δημοκρατία έχει δημιουργήσει και έχει βασιστεί πάνω σε “καταστάσεις εξαίρεσης” ώστε να βρίσκει το χώρο να ανασυγκροτείται και να επαναπροωθεί το ιδεολόγημα της ασφάλειας. Φυσικό ακόλουθο είναι η διαρκής αυστηροποίηση των ήδη υπαρχόντων νόμων και η εξάντληση της ανοχής από πλευράς κράτους, δηλαδή το πέρασμα και η μετεξέλιξη από το “κράτος πρόνοιας” στο “κράτος ελέγχου”.

Ήδη από το ’70 έχει δωθεί μεγάλη βαρύτητα στη δημιουργία ενός κοινού πλαισίου –κοινού μετώπου- από τους έχοντες εξουσία, με στόχο την αντιμετώπιση και την πάταξη των αυξημένων κοινωνικών εκρήξεων και των ένοπλων ομάδων, που εκείνη την περίοδο είχαν έντονη παρουσία σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες. Η ασύμμετρη απειλή ενός εσωτερικού εχθρού διαμόρφωσε πλήρως το αντιτρομοκρατικό οικοδόμημα, με ειδικούς νόμους, ειδικά δικαστήρια, ειδικές συνθήκες κράτησης.

Προφανώς και εντοπίζεται μία σύνδεση του κατασταλτικού μηχανισμού με την εκάστοτε πολιτική συγκυρία και τις συνθήκες (κοινωνικοοικονομικές) που επικρατούν. Μπορούμε να πούμε ότι σε καιρούς κρίσης, όπως αυτής που βιώνουμε σήμερα, η καταστολή οξύνεται και γίνεται ακόμα πιο παραδειγματική για τα τμήματα της κοινωνίας που αντιστέκονται στο δημοκρατικό ολοκληρωτισμό.

Το μόνο –ίσως και τελευταίο- σημείο αιχμής που μπορεί να εστιάσει το κράτος και να αναδείξει ως πολιτική αναγκαιότητα είναι το δόγμα της ασφάλειας. Ο εσωτερικός εχθρός πλέον εντοπίζεται σε όποια κοινωνική ομάδα επεμβαίνει (είτε άμεσα και επιθετικά, είτε λιγότερο έως παθητικά) στη διατήρηση του αγαθού της ασφάλειας. Ως εκ τούτου, λοιπόν, η αυστηροποίηση του αντιτρομοκρατικού νόμου δε στοχεύει μόνο στην πάταξη των ένοπλων οργανώσεων, αλλά είναι ένα εργαλείο διάχυσης του φόβου και περιστολής των εξεγερσιακών διαθέσεων στο κοινωνικό σώμα, είναι ένα όπλο πάταξης ακόμα και της πρόθεσης για αντίσταση.

Αντίστοιχα, τα ειδικά δικαστήρια και οι ειδικές συνθήκες κράτησης μπορεί μέχρι σήμερα να αποτελούν μέτρα που εφαρμόζονται σε επαναστατικές οργανώσεις, αναρχικούς και το οργανωμένο έγκλημα, όμως ήδη παρατηρείται μία πρώτη διεύρυνση αυτών των τακτικών σε ανθρώπους που κατηγορούνται ή έχουν καταδικαστεί με τον 187 που αφορά εγκληματική οργάνωση, κάτι που προφανώς ανοίγει το δρόμο γα μία ακόμα πιο ελαστική ερμηνεία του νόμου.

Έχει σημασία, λοιπόν, να κάνουμε μία ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της καταστολής εστιάζοντας στις ειδικές συνθήκες κράτησης στις σύγχρονες δημοκρατίες της Ευρώπης αλλά και στην Τουρκία, όπου η κυριαρχία έδειξε και δείχνει μέχρι και σήμερα το πιο αποκρουστικό της πρόσωπο. Αυτό της απόλυτης βίας και της καταπίεσης ˙ αυτή είναι και η πραγματικότητα του καπιταλισμού απογυμνωμένου από τις επίπλαστες  κοινωνικές αξίες.

 

                                                    

Αν από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε, λοιπόν, για να αναλύσουμε την ιστορική εξέλιξη των ειδικών συνθηκών κράτησης στη Ευρώπη, η αφετηρία μπορεί να εντοπιστεί νοητά στη Δυτική Γερμανία.

Η ιδιότυπη συνθήκη που βρέθηκε η Γερμανία με το χωρισμό της σε Δυτική και Ανατολική στις 7 Οκτωβρίου του 1949 έθεσε από πολύ νωρίς την ανάγκη δημιουργίας μίας επιθετικής πολιτικής που στόχο είχε τη ριζική εξουδετέρωση κάθε μορφής αντιπολίτευσης και αντίστασης από όπου κι αν προερχόταν. Στο ίδιο κλίμα, λοιπόν, κηρύττουν παράνομο και αντισυνταγματικό το Κ.Κ. το 1956, ενώ σαν άμεση απάντηση στις κοινωνικές εκρήξεις του 1968 δημιουργούν ειδικούς νόμους έκτακτης ανάγκης.

Η δεκαετία του ’70 στην Γερμανία θα σημαδευτεί από ένα ευρύ αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, με συγκρούσεις στους δρόμους από φοιτητές, με κινήσεις αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό, αλλά και με μια πολύ σημαντική δράση ένοπλων οργανώσεων όπως η 2 Ιούνη, οι Επαναστατικοί Πυρήνες και η RAF.

Το Γερμανικό κράτος, λοιπόν, στην προσπάθεια να καταστείλει και να ενσωματώσει αυτό το κομμάτι της κοινωνίας που μαχητικά αντιστεκόταν στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, εστιάζει στο αντιτρομοκρατικό ιδεολόγημα. Σε ένα κλίμα γενικευμένης τρομοϋστερίας ο κρατικός μηχανισμός βάζει τις βάσεις σε κοινωνικό επίπεδο ώστε να υπάρξει η απαραίτητη ηθική δικαίωση για το «κυνήγι μαγισσών» που σαν άλλη Ιερά Εξέταση εξαπολύει σε όλα τα αντιστεκόμενα κομμάτια της Γερμανίας.

Ο θάνατος του επαναστάτη Holger Meins τον Νοέμβριο του ’74. Η δολοφονία της επαναστάτριας Ulrike Meinhof τον Μάϊο του ΄76 μέσα στις φυλακές του κράτους είναι μόνο ο πρόλογος του «Γερμανικού φθινοπώρου» που γράφτηκε κατά τη διάρκεια των μολυβένιων χρόνων.

Με το κρεσέντο να γράφεται στις φυλακές του Stammheim, απομόνωση, έλεγχος, περισσότερη απομόνωση, περισσότερος έλεγχος, περισσότερη βία. Οι φυλακές του Stammheim αποτελούν την επιτομή της κρατικής βαρβαρότητας. Εκεί οι κρατούμενοι βρισκόντουσαν σε καθεστώς απόλυτης απομόνωσης από την υπόλοιπη «κοινωνία» των φυλακών ενώ τα πρώτα χρόνια η απομόνωση ίσχυε και μεταξύ των φυλακισμένων της RAF.

Η αποφασιστικότητα τόσο των φυλακισμένων αγωνιστών όσο και των επαναστατών εκτός των φυλακών όπου συνέχιζαν τον ένοπλο αγώνα λειτούργησαν ως καταλύτης για να βγει στη επιφάνεια η αυταρχικότητα του Γερμανικού κράτους, μια αυταρχικότητα εφάμιλλη του ναζιστικού καθεστώτος. Μόνο που στην προκειμένη κλήθηκε μία σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση να βγάλει το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας ξανά στην επιφάνεια αυτή τη φορά με το προσωνύμιο «κράτος ασφάλειας».

Το 1977 είναι ένα από τα πιο μαύρα χρόνια της Δυτικής Γερμανίας. Τον Απρίλιο τρία μέλη της RAF θα καταδικαστούν με ισόβια ενώ μόλις μερικές μέρες πριν την ανακοίνωση της απόφασης εκτελείται ο γενικός εισαγγελέας Μπούμακ. Τον Αύγουστο εκτελείται ο τραπεζίτης Πόντο μετά από προσπάθεια απαγωγής του. Για να φτάσουμε στην απαγωγή του προέδρου Γερμανών βιομηχάνων Σλέϊερ από κομάντο της RAF. Το κράτος απαντάει άμεσα στις ραγδαίες εξελίξεις επιβάλλοντας κατάσταση έκτακτης ανάγκης και δημιουργώντας επιτελείο αντιμετώπισης κρίσεων με επικεφαλή τον καγκελάριο Σμιτ. Παράλληλα, γίνεται μεταφορά 4 μελών της RAF εκ νέου στις φυλακές του Stammheim και απαγορεύεται κάθε μορφής επικοινωνία μεταξύ των 72 πολιτικών κρατουμένων. Συνθήκη που νομιμοποιήθηκε ουσιαστικά με νομοθεσία που ψηφίστηκε ένα μήνα αργότερα.

Δε θα μπορούσα να μεταφέρω καλύτερα τα γεγονότα από την ίδια την Irmgard Möller που τα βίωσε άμεσα. Ας δούμε, λοιπόν, από τα μάτια της αγωνίστριας τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούσαν στο Stammheim εκείνες τις μέρες, προσπαθώντας να νιώσουμε έστω και στο ελάχιστο τη βαρβαρότητα του κρατικού μηχανισμού.

«Ο ένας τοίχος ήταν από υαλότουβλα. Τα κελιά των αντρών ήταν απέναντι από εκείνα των γυναικών. Γύρω στο διάδρομο υπήρχαν κάμερες που βιντεοσκοπούσαν όλη μέρα (…) Πριν σκληρύνουν οι συνθήκες μπορούσαμε να κοιμόμαστε σε κάποιο άλλο κελί. (…) Τη χαλάρωση των συνθηκών κράτησης πετύχαμε μετά από σκληρούς αγώνες και απεργίες πείνας. Αμέσως μετά (την ανακοίνωση της απαγωγής) εμφανίστηκε μία ομάδα φυλάκων και μας μετέφεραν σε άλλα άδεια κελιά, σε εντελώς διαφορετική πτέρυγα. (…) Από τότε άρχισε η απόλυτη απομόνωση. Τα κελιά έκλεισαν ερμητικά» Η μόνη επικοινωνία που μπορούσαν να έχουν μεταξύ τους οι κρατούμενοι της RAF πλέον ήταν φωνάζοντας έξω από πόρτες των κελιών κατά τη μεταφορά τους στα μπάνια. Κάτι που μόλις το αντιλήφθηκαν οι σωφρονιστικοί έκλεισαν τις χαραμάδες στις πόρτες έτσι ώστε να υπάρχει και ακουστική απομόνωση. Κατά τη διάρκεια αυτή δεν τους επιτρεπόταν να δουν ούτε τους δικηγόρους τους, συνθήκη που επιβλήθηκε με ειδικό νόμο.

Στις 13 Οκτωβρίου γίνεται η αεροπειρατεία σε πτήση της Lufthansa, γεγονός που για πέντε μέρες έδωσε πνοή ελπίδας στους φυλακισμένους της RAF. Πέντε μέρες μέχρι το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου όπου γράφτηκε ο επίλογος ή σχεδόν ο επίλογος του «Γερμανικού φθινοπώρου».

Θα δανειστώ πάλι τα λόγια της Möller, τη μόνη μαρτυρία για το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου. «Ήταν σκοτάδι. Δεν έκλειναν το ρεύμα, αλλά κάθε βράδυ στις 11 έρχονταν οι φρουροί και μας έπαιρναν τους γλόμπους από τις λάμπες. Ήταν ένα μέτρο που ξεκίνησε από τη στιγμή που απήχθη ο ο Σλαϊερ. Έψαχναν καθετί που θα μας δημιουργούσε εκνευρισμό και θυμό. Για να έχουμε κάποιο στοιχειώδες φως και να διαβάζουμε είχαμε φτιάξει κεριά από μαργαρίνη(…) Σε αυτές τις συνθήκες έχεις συνεχώς τεταμένη την προσοχή σου. Προσπαθείς να ακούσεις το καθετί. Η κούραση από την ένταση είναι αφάνταστη. Προσπαθούσα να μείνω ξύπνια γιατί το τελευταίο νέο που είχα ακούσει από το ραδιόφωνο της φυλακής γύρω στις 11 ήταν ότι είχε απογειωθεί ένα αεροσκάφος και πήγαινε να απελευθερώσει τους ομήρους.(…) Δε μετέδωσα την πληροφορία στους άλλους αμέσως γιατί μας παρακολουθούσαν οι φύλακες. Γύρω στις 3:30 επιχείρησα να τους ειδοποιήσω. Στο κελί απέναντί μου βρισκόταν ο Γιαν. Είχε ακόμα φως. Ήταν ξύπνιος και μου απάντησε. Με τους άλλους δεν μπορούσα να επικοινωνήσω. Το τελευταίο που άκουσα από τα κελιά τους ήταν γύρω στις 23:00, δυνατή κλασσική μουσική.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ήμουν πολύ αδύναμη και κουρασμένη. Αποκοιμήθηκα. Το επόμενο που θυμάμαι είναι ότι με ξύπνησε ο θόρυβος που κάνουν τα κελιά όταν ανοίγουν γύρω στις επτά και μισή το πρωί. Είδα γύρω μου πολλές ανθρώπινες φιγούρες και ένα έντονο φως από λάμπα νέον. Σχεδόν ταυτόχρονα άκουσα μία έντονη ανδρική φωνή. Ο Baader και η Ensslin είναι ήδη νεκροί. Υπήρχε μεγάλη νευρικότητα με φωνές και κόσμο να πηγαινοέρχεται. Έχασα πάλι τις αισθήσεις μου.»

Δύο μέρες μετά η Möller θα ξυπνήσει στο νοσκομείο. Θα την ενημερώσουν ότι οι Baader, Ensslin, Raspe αυτοκτόνησαν όπως επιχείρησε να κάνει και η ίδια με μαχαιριά στην καρδιά της. Το πρωί της 18ης Οκτωβρίου η Ingrid Schubert δέχθηκε έρευνα στο κελί της στο Stadelheim από ασφαλίτες ενώ της φώναζαν ότι οι σύντροφοί της αυτοκτόνησαν και θα κάνει και αυτή το ίδιο. Ούτε ένα μήνα αργότερα στις 12 Νοεμβρίου βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της, κλείνοντας έτσι την επιχείρηση εκτέλεσης του ηγετικού πυρήνα της RAF. Όμως, το αξιοσημείωτο σε αυτή τη μαύρη αφήγηση δεν είναι η βιαιότητα του κράτους απέναντι στους αγωνιστές της RAF, αλλά η σιωπηλή αποδοχή της εκδοχής περί αυτοκτονίας, που έδωσε το κράτος, από το σύνολο της Γερμανικής κοινωνίας.

Εν τέλει, η κρατική μηχανή και η καταστολή πέτυχε το στόχο της κοινωνικής συναίνεσης στα πλαίσια της πλήρους αδρανοποίησης των αντιστάσεων, εσωτερικεύοντας το φόβο στο σύνολο της κοινωνίας. Εξάλλου, η γερμανική πολιτική τάξη δια στόματος Helmut Smit είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι δε χωράνε ταμπού στον χειρισμό της υπόθεσης. Οι κρατούμενοι της RAF είχαν επισήμως χαρακτηριστεί ως όμηροι τους κράτους «προετοιμάζοντας» έτσι το έδαφος για την εκτέλεσή τους. Ο πόλεμος προπαγάνδας που προηγήθηκε και ακολούθησε την εκτέλεση των 4 επαναστατών κατάφερε να επιβάλει τη λήθη στο συλλογικό θυμικό. Έτσι, 10 χρόνια μετά τις κρατικές δολοφονίες η γερμανική κοινωνία δέχεται παθητικά τη δημιουργία ενός κολαστήριου, νέου τύπου, ένα χώρο φυσικής εξόντωσης των φυλακισμένων τις φυλακές του Weiterstadt. Φυλακή που ανατινάχθηκε το ΄93 λίγο πριν τα “εγκαίνιά” της από την RAF. Μία κίνηση που λίγο κατάφερε να αφυπνίσει τις κοινωνικές συνειδήσεις, παρ’ όλα αυτά το πρακτικό πλήγμα στην καρδιά του σωφρονιστικού συστήματος έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα τόσο στην κυβέρνηση όσο και στους αγωνιζόμενους ανθρώπους ανά την Ευρώπη και τον κόσμο. Ήταν μία κίνηση υπενθύμισης ότι το στοίχημα για την κοινωνική ανατροπή παραμένει ανοιχτό, ακόμα και κάτω από τι πιο αντίξοες συνθήκες. Σήμερα, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε στη Γερμανία. Από την άλλη το σωφρονιστικό της μοντέλο θα αποτελέσει παράδειγμα για πολλές Ευρωπαϊκές χώρες.

 

 

Μία από τις πρώτες χώρες που βάδισε στα βήματα της πρωτοπόρου Γερμανίας ήταν η Ιταλία. Η Ιταλία, όπως και η Γερμανία, ήταν κράτη στρατηγικής σημασίας τη δεκαετία του ΄70 για τις Η.Π.Α., γεωπολιτικά υπήρξαν χώρες άμεσων συμφερόντων, βάσεις για την πάταξη της κομμουνιστικής απειλής και φυσική δίοδος στην κεντρική Ευρώπη. Υπήρξε ξεκάθαρη ανάγκη λοιπόν για το Ιταλικό κράτος να μειώσει έως και να εξαλείψει κάθε κοινωνική αντίσταση κάθε εστία εξέγερσης τόσο στο σύνολο της “ελεύθερης” κοινωνίας όσο και στην κοινωνία της φυλακής.

Φυσικά οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στο εσωτερικό της Ιταλίας επίσπευσαν αυτή την ανάγκη του κράτους για όξυνση της καταστολής. Στις φυλακές η κατάσταση ήταν εκρηκτική, ο μεγάλος όγκος πολιτικών κρατουμένων που μπήκαν μέσα στις αρχές του ΄70 λειτούργησε καταλυτικά για να αρχίσουν και οι ποινικοί κρατούμενοι να συνειδητοποιούν και να αντιλαμβάνονται την ταξική τους θέση στο καπιταλιστικό σύστημα. Νιώθουν κομμάτι του προλεταριάτου και με τον καιρό δημιουργείται μία δυνατή σύνδεση, ένα δυνατός δεσμός μεταξύ εγκλείστων και άνομου προλεταριάτου εκτός των τειχών. Οι διεκδικήσεις και οι εξεγέρσεις μέσα στις φυλακές αυξάνονται ραγδαία και μπαίνουν μπροστά αιτήματα για πιο ανθρώπινες συνθήκες κράτησης. Αγώνες που στηρίζονται κυρίως από τη NAP (Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες) και τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στα πλαίσια της σύμπραξης τους για το ζήτημα των φυλακών. Η NAP ήταν μία ομάδα που διαμορφώθηκε, για την ακρίβεια μορφοποιήθηκε στις Ιταλικές φυλακές και η δράσης της εκτός των τειχών επικεντρώθηκε στην έμπρακτη αλληλεγγύη στους φυλακισμένους αγωνιστές της Ιταλίας.

Αυτό το εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα οδήγησε το Ιταλικό κράτος το 1977 στην αναδιάρθρωση του σωφρονιστικού συστήματος και τη δημιουργία ειδικών συνθηκών κράτησης. Η αναδιάρθρωση αυτή κινείται σε δύο βασικές κατευθύνσεις που από εκεί και πέρα θα λειτουργούν ως τροχοπέδη για όλες τις μεταρρυθμίσεις που θα ακολουθήσουν στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα. Η πρώτη είναι οι καλύτερες συνθήκες κράτησης, οι πιο ανθρώπινες συνθήκες που φυσικά μπαίνουν στο «τραπέζι» ως αντίβαρο για να περάσει πιο εύκολα η δεύτερη αιχμή της αναδιάρθρωσης που αφορά τις ειδικές συνθήκες κράτησης για τους πολιτικούς κρατούμενους και όσους συμμετέχουν σε αγώνες εντός της φυλακής. Εδώ, φυσικά, έχει μία σημασία να τονίσουμε ότι το νόμο δεν τον άλλαξαν οι εξεγέρσεις εντός της φυλακής αλλά η διεθνής κατασταλτική πολιτική που επιβλήθηκε με το αντιτρομοκρατικό δόγμα ασφάλειας.

Έτσι, με την αναδιάρθρωση του 1977 η κατάσταση στις φυλακές άλλαξε, παρ’ όλα τα δήθεν ευεργετήματα, προς το χειρότερο. Η διαχείριση των φυλακών περνάει στους καραμπινιέρους  με διοικητή τον Dalla Kieza. Ενώ αρχικά δημιουργούνται ειδικές πτέρυγες εντός των κανονικών φυλακών και ταυτόχρονα αρχίζει η κατασκευή ειδικών φυλακών υψίστης ασφαλείας, δομημένες αρχιτεκτονικά και τεχνολογικά έτσι ώστε να επιτρέπεται περισσότερος έλεγχος στη διαβίωση των κρατουμένων. Μέσα σε ένα βράδυ στον Ιούλιο του ’77 περίπου 1.500 κρατούμενοι μεταφέρονται από τις φυλακές που βρίσκονται στις, δέκα τότε, ειδικές φυλακές. Ατύπως, βέβαια, δύο μήνες πριν τη νομιμοποίηση των ειδικών φυλακών, οι ειδικές συνθήκες είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται.

Η πρώτη φυλακή που λειτούργησε με αυτές τι συνθήκες ήταν η Asinara, το Ευρωπαϊκό Alcatraz. Μία φυλακή χτισμένη σε ένα μικρό νησάκι της Σαρδηνίας. Εκεί κρατούνται πολιτικοί κρατούμενοι Ερυθροταξιαρχήτες, μέλη της NAP και ανάμεσά τους αρκετοί ανένταχτοι αγωνιστές όπως ο αναρχικός Horst Fantazzini. Αυτοί θα εγκαινιάσουν τις ειδικές πτέρυγες “Φορνέλι» και «Μπουνκερ», εκεί θα ξεκινήσει και ο δυναμικός αγώνας ενάντια στο άρθρο 90, αγώνας που οδήγησε πολλές φυλακές σε εξεγέρσεις και συγκρούσεις των φυλακισμένων αγωνιστών με μπάτσους και σωφρονιστικούς..

Το άρθρο 90 αρχικά αφορούσε τις συνθήκες κράτησης, δηλαδή μία σειρά από έξτρα περιορισμούς για μία ειδική κατηγορία κρατουμένων, όπως επισκεπτήρια μόνο με τζάμια, εμποδίζοντας δηλαδή τη σωματική επαφή, απαγόρευση λήψης πακέτων, τροφίμων απ’ έξω, παρά μόνο ρούχα, μειωμένο χρόνο προαυλισμού, απομόνωση από τους άλλους κρατούμενους, καθώς από φυλακή σε φυλακή τα μέτρα εμπλουτιζόντουσαν ή ήταν πιο ελαστικά, αναλόγως τη διεύθυνση. Βέβαια, μετά την απαγωγή του Aldo Moro το ’78 οι συνθήκες θα σκληρύνουν για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους με επιβολή περισσότερων περιορισμών και με τους ανθρωποφύλακες να βγάζουν καθημερινά όλο τους το μίσος και το σαδισμό (που εκ θέσεως τους χαρακτηρίζει) πάνω στους κρατούμενους. Αυτές οι συνθήκες θα οδηγήσουν τους κρατούμενους, στη χειρότερη των φυλακών, Asinara, στην πτέρυγα Forneli σε μία διαμαρτυρία που κατέληξε μία από τις σημαντικότερες εξεγέρσεις στις Ιταλικές φυλακές ενάντια στο άρθρο 90. Ήταν στις 19 Αυγούστου του 1978 όταν οργανωμένοι πολιτικοί κρατούμενοι μαζί με Ερυθροταξιαρχήτες διαμαρτυρόμενοι για τις απάνθρωπες συνθήκες και τους συνεχείς βασανισμούς από τους ανθρωποφύλακες, βασανιστήρια που καθοδηγούνταν από τον διευθυντή της φυλακής Luigi Cardullo σπάνε τα τζάμια και τα τηλέφωνα των επισκεπτηρίων εμποδίζοντας τους φύλακες να παρέμβουν. Παράλληλα, κρατούμενοι που εκείνη την ώρα προαυλίζονταν πραγματοποιούν στάση και αρχίζουν να μοιράζουν ένα φυλλάδιο στο οποίο προτείνουν την οργάνωση εξέγερσης με αιτήματα, την κατάργηση της απομόνωσης, είτε ατομικής είτε σε ομάδες, την αύξηση των ωρών προαυλισμού, κατάργηση των τζαμιών στα επισκεπτήρια και περισσότερες ώρες επισκεπτηρίου καθώς και την κατάργηση της λογοκρισίας βιβλίων και αλληλογραφίας. Το αρχικό σάστισμα των φυλάκων θα το καλύψει ο διευθυντής, ο οποίος διατάσει άμεσα την επέμβαση της αστυνομίας στην πτέρυγα Forneli για να καταστείλουν την εξέγερση, ενώ οι πέντε κρατούμενοι που κατέστρεψαν τα τζάμια των επισκεπτηρίων ξυλοκοπούνται άγρια και μεταφέρονται στην πτέρυγα Bounker. Η είσοδος της αστυνομίας συνδυάζεται με άγριο ξύλο στους κρατούμενους και μάχες σώμα με σώμα, ενώ οι μπάτσοι δε σταμάτησαν να χτυπάν τους κρατούμενους ακόμα και όταν αυτοί έπεσαν στο πάτωμα. Μέσα σε αυτή τη γενικευμένη ένταση κάποιοι κρατούμενοι του 3ου προαυλίου καταφέρνουν και ξυλοκοπούν τον ίδιο το διευθυντή, μεταφέροντάς του όσο πιο άμεσα γινόταν τα αιτήματά τους. Ο Horst Fantazzini, λόγω του ότι αντιστάθηκε στην επέμβαση των μπάτσων, δέχτηκε σωρό από χτυπήματα στο κεφάλι με αποτέλεσμα να πέσει σε κώμα και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο με ελικόπτερο. Φυσικά μετά από 24 ώρες τον επέστρεψαν στη φυλακή σε μία προσπάθεια να συγκαλύψουν τα γεγονότα της εξέγερσης και της άγριας επέμβασης των μπάτσων. Ο διευθυντής προσπαθεί να καταστείλει τις εξεγερτικές διαθέσεις των κρατουμένων στέλνοντας περισσότερους στην πτέρυγα Bounker σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης ενώ τις πρώτες μέρες δε γίνονται και τα προγραμματισμένα επισκεπτήρια. Προσπάθεια, βέβαια, που θα γκρεμιστεί μπροστά στην αποφασιστικότητα των εξεγερμένων κρατουμένων μαζί με την ίδια τη φυλακή. Δέκα μέρες μετά την πρώτη εξέργερση οι κρατούμενοι καταστρέφουν ολοκληρωτικά την πτέρυγα Forneli χωρίς την παραμικρή παρέμβαση των φυλάκων. Έτσι, τελικά η διεύθυνση των φυλακών στις 26 Αυγούστου θα κάνει πίσω και θα δεχτεί τα αιτήματα των κρατουμένων, βγάζοντάς τους από τις απομονώσεις. Μετά τη μάχη στη φυλακή Asinara το ιταλικό κράτος αναδιοργανώνεται και απαντάει με μεταγωγές κρατουμένων σε άλλες φυλακές συνεχώς, για να μην δημιουργούνται σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ τους και επιβάλλονται εκ νέου σκληρές συνθήκες κράτησης. Ο αγώνας όμως των κρατουμένων ενάντια στο άρθρο 90 δε σταματάει και σε πολλές φυλακές της χώρας γίνονται μικρές ή μεγάλες κινήσεις, διαμαρτυρίες, εξεγέρσεις. Με μία από τις σημαντικότερες την εξέγερση στη φυλακή του Trani όπου οι κρατούμενοι εκεί είχαν δημιουργήσει, μετά από μία σειρά συνελεύσεων και δράσεων, μια επιτροπή Αγώνα προτάσσοντας την απελευθέρωση και τον πόλεμο στη διαφοροποίηση. Σύνθημα που ενστερνίστηκαν και οι Ε.Τ. που στήριζαν ενεργά τον αγώνα των κρατουμένων.

Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1980 οι κρατούμενοι μετά από συνεννόηση καταλαμβάνουν τους δύο ορόφους της φυλακής κρατώντας 18 μπάτσους όμηρους. Οι κρατούμενοι απωθούν τις αρχικές επιθέσεις των μπάτσων με μία μολότοφ και εκρηκτικό πλαστικό που φτιάχνουν αυτοσχέδιες χειροβομβίδες. Το απόγευμα της ίδια μέρας θα βγάλουν και την πρώτη τους ανακοίνωση (οι κρατούμενοι) όπου θα εντάξουν την μάχη τους στο συνολικό πόλεμο στη διαφοροποιημένη στρατηγική.

Από την πρώτη στιγμή το υπουργείο θα προσπαθήσει να κερδίσει χρόνο για να στρώσει το κατάλληλο έδαφος για τη βίαιη επέμβαση την αστυνομίας στη φυλακή και την καταστολή της εξέγερσης. Έτσι, οργανώνεται και διατάσσεται η επέμβαση από την Ομάδα Ειδικών Αποστολών των καραμπινιέρηδων, επέμβαση που δεν είχε νεκρούς καθαρά από τύχη καθώς οι μπάτσοι μπήκαν μέσα κι άρχισαν να πυροβολούν και να ξυλοκοπούν με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους τούς κρατούμενους.

Στις 31 Δεκεμβρίου,  δύο μέρες μετά την επέμβαση των ειδικών ομάδων των καραμπινιέρων,  οι Ερυθρές Ταξιαρχίες εκτελούν τον αρχιστράτηγο Enrico Galvaligi διάδοχο του Dalla Kieza. Σημαντική εξέλιξη ήταν και η ανακοίνωση της καταδίκης σε θάνατο του γενικού διευθυντή των φυλακών D’ Urso από τις Ε.Τ. όπου επί της ουσίας θέτουν τους πολιτικούς όρους για την αναστολή της εκτέλεσής του. Το κλείσιμο της φυλακής Asinara, την απελευθέρωση του συντρόφου τους Gianfranco Faina και τη διάχυση του λόγου των φυλακισμένων. Όροι που τελικώς το κράτος τους δέχτηκε και οι Ε.Τ. απελευθέρωσαν τον D’ Urso ο οποίος είχε μετανιώσει κατά το διάστημα της απαγωγής για τα εγκλήματά του.

Μετά από μία σειρά εξεγέρσεων σε διάφορες φυλακές και σε συνδυασμό με ένα πολύ δυνατό κίνημα αλληλεγγύης στους κρατούμενους, τελικώς το άρθρο 90 αποσύρθηκε το 1984. Έτσι, βρέθηκαν ξανά οι ποινικοί με τους πολιτικούς κρατούμενους σε κοινές φυλακές, καταργήθηκαν τα τζάμια στα επισκεπτήρια, επιτράπηκαν πάλι τα δέματα τροφίμων, γεγονός που επανέφερε μία ηρεμία στον κόσμο των φυλακών. Βέβαια, η συνθήκη αυτή δεν κράτησε πολύ και μόλις στις αρχές του ’90 ψηφίστηκε και εφαρμόστηκε το άρθρο 41bis που ήταν κατά πολύ χειρότερο του προγενέστερου άρθρου 90.

Δυστυχώς, ο χώρος διαπραγμάτευσης και ρουφιανιάς που άφησε πίσω του η κατάργηση του άρθρου 90 με δηλώσεις μετάνοιας και εμφανίσεις στην τηλεόραση από κοινού κομμουνιστών και «πρώην» φασιστών να δίνουν τέλος στη ρήξη, έδωσε την ευκαιρία στο Ιταλικό κράτος να περάσει το άρθρο 41bis το οποίο προβλέπει, αρχικά, στα πλαίσια του «πολέμου κατά της μαφίας» και στη συνέχεια μετά τις δολοφονίες των κρατικών συμβούλων D’ Adona το 1999 και Biagi το 2002, από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, επεκτείνεται και στους πολιτικούς κρατούμενους, τη συνεχή απομόνωση, ελάχιστη ώρα προαυλισμού για τον κάθε κρατούμενο ξεχωριστά, ένα επισκεπτήριο τον μήνα για μία ώρα με τους συγγενείς πίσω από τζάμι, άλλη μία ώρα με το δικηγόρο και λογοκρισία εγγράφων, βιβλίων και αλληλογραφίας. Σε αυτόν τον εφιάλτη, όμως, υπάρχει και μία διέξοδος, η μεταμέλεια και η ρουφιανιά. Μία παράμετρος που θα οδηγήσει δεκάδες αγωνιστές στις φυλακές καθώς, δυστυχώς, υπήρχαν άνθρωποι που πρόδωσαν τους συντρόφους τους όπως ο Patrizio Pezzi, ο οποίος συνεργάστηκε με την αντιτρομοκρατική του Dalla Kieza, έδωσε τα κλειδιά μίας γιάφκας στη Γένοβα με αποτέλεσμα 4 αγωνιστές να πέσουν νεκροί από τα πυρά των μπάτσων. Αυτό ο άνθρωπος αυτή τη στιγμή ζει ακόμα σε άγνωστο μέρος με άλλη ταυτότητα. Οι τέσσερις νεκροί αγωνιστές συμπλήρωσαν μία μακριά λίστα από τα θύματα της Ιταλικής δημοκρατίας ανάμεσα σε τόσους και τόσους που δολοφονήθηκαν αντιστεκόμενοι· μαχόμενοι ενάντια στην κοινωνική βαρβαρότητα. Από τον Giancarlo del Padrone που έπεσε νεκρός από τα πυρά των μπάτσων το 1974  κατά τη διάρκεια εξέγερσης στην φυλακή Murate, στην Sole Maria Soledad που βρέθηκε κρεμασμένη στο σπίτι της ενώ ήταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, στον Baleno ο οποίος βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί απομόνωσης στη φυλακή, μέχρι τους δεκάδες ανώνυμους θανάτους αγωνιστών, όλοι έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα· αγώνα ενάντια στην απομόνωση, αγώνα ενάντια στην καταπίεση.

 

 

Η Ισπανική εμπειρία των ειδικών συνθηκών κράτησης είναι ίσως η επιτομή της φυλακής μέσα στη φυλακή, μία εμπειρία που καταλήγει στα Fies (δηλαδή εσωτερικούς φακέλους ειδικής επιτήρησης) μετά από δύο δεκαετίες καταστολής και εντάσεων μέσα στις φυλακές.

Ας δούμε, λοιπόν, λίγο τα γεγονότα πώς εξελίχθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι σήμερα. Ήδη, λοιπόν, από τις αρχές του ’70 οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στην Ισπανία είναι τεταμένες, γεγονός που αναζωπυρώνει ένα δυναμικό κίνημα αντίστασης τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών. Ο θάνατος του Franko και το πέρασμα στη δημοκρατία το 1975 δε θα αλλάξει καθόλου το σκηνικό, ίσα-ίσα στην κοινωνία των φυλακών η ένταση αυξάνεται με αφορμή την αμνηστία που δόθηκε από τον βασιλιά για τους πολιτικούς κρατούμενους που ήταν μέσα για την «υπόθεση Matessa» με τη «Διαδικασία 1001» και σε 5.655 ποινικούς κρατούμενους. Ξεκινάει έτσι μία οργανωμένη αντίσταση εντός των τειχών, όπου οι κρατούμενοι απαιτούν τη συνολική αμνηστία των κοινωνικών και πολιτικών κρατούμενων. Στην Ισπανία, όπως και στην Ιταλία, ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων ήταν αρκετά μεγάλος, έτσι η συνεχής επαφή και ζύμωση μεταξύ αυτών και των υπολοίπων κρατούμενων δημιούργησε τις ιδανικές συνθήκες για να μπολιάσει η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα ανάμεσά τους και να συνειδητοποιήσουν  ότι ο εχθρός τους είναι κοινός, το σοσιαλδημοκρατικό κράτος. Έτσι το Γενάρη του ’77 ξεσπούν εξεγέρσεις σε όλες τις φυλακές της χώρας και το Φλεβάρη δημιουργείται το COPEL  (συντονιστικό αγωνιζόμενων φυλακισμένων). Μέσω αυτού του συντονιστικού θα οργανωθούν πάρα πολλές εξεγέρσεις, απεργίες πείνας, αυτοτραυματισμοί και διάφορες άλλες ενέργειες με βασικότερο αίτημα τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης και την αμνηστία για το σύνολο των κοινωνικών κρατουμένων. Προφανώς, το κράτος θα χτυπήσει το COPEL μετάγοντας έναν μεγάλο κεντρικό πυρήνα, τα πιο δραστήρια μέλη του σε διάφορες φυλακές σε καθεστώς απομόνωσης. Η γρήγορη ιστορία του COPEL άφησε μία επαναστατική παρακαταθήκη τόσο έξω όσο και μέσα στη φυλακή. Δυστυχώς, όμως, έδωσε την ευκαιρία και στο κράτος να οργανώσει όλες τις κατασταλτικές μεθόδους τόσο σε επίπεδο καθημερινότητας των κρατουμένων, με το να ρίξει άφθονη πρέζα στις φυλακές (κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκαναν και στην Ιταλία του ’80) αλλά και σε νομικό επίπεδο, να δομηθεί έτσι η σωφρονιστική καταστολή ώστε να εξαλειφθούν οι εξεγέρσεις.

Το κράτος μέχρι να φτάσει στα FIES πέρασε από μία σειρά μέτρων και πρακτικών αντιμετώπισης των πολιτικών κρατουμένων, συνοπτικά θα μπορούσαμε να τις χωρίσουμε σε τρεις περιόδους που αφορούν κυρίως τους Βάσκους πολιτικούς κρατούμενους.

Η πρώτη είναι από το ’78 μέχρι το ’81 όπου όλοι οι Βάσκοι πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στη Σορία, όπου τους επιβάλλεται καθεστώς ακραίας απομόνωσης καθώς και ένα κάρο απαγορεύσεις ανάμεσά τους και το να μιλούν τη Βασκική.

Στη συνέχεια, είναι η περίοδος των φυλακών υψίστης ασφαλείας από το 1982 έως το ’86 όπου οι Βάσκοι κρατούμενοι βιώνουν όλη την κτηνωδία του Ισπανικού κράτους που πασχίζει να εξοντώσει τους πολιτικούς κρατούμενους.

Η τρίτη περίοδος ήταν η περίοδος της διασποράς που ξεκινάει από το ’87, μία πρακτική που σχεδιάστηκε από το σοσιαλιστικό κόμμα της Ισπανίας με την συναίνεση και των υπόλοιπων κομμάτων και σήμαινε τη διασπορά σε δεκάδες διαφορετικές φυλακές σε όλη τη χώρα όλων των πολιτικών κρατούμενων. Μία πρακτική που έχει τραγικά αποτελέσματα όχι μόνο για τους κρατούμενους αλλά και για τους συγγενείς τους καθώς από τότε δεκατρείς άνθρωποι έχουν σκοτωθεί σε τροχαία στις διαδρομές τους προς τις φυλακές. Φυσική, οικονομική, ψυχολογική εξόντωση, αυτή ήταν και είναι η πάγια πρακτική του κράτους απέναντι στους πολιτικούς (και όχι μόνο) κρατούμενους. Εδώ, θα κάνω μία παρένθεση γιατί αξίζει τον κόπο να ειπωθεί ότι το Ισπανικό κράτος επιστράτευσε κάθε διαθέσιμο μέσο για τη φυσική εξόντωση των επαναστατικών κινημάτων και των αγωνιστών (εντός και εκτός της φυλακής) με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη δημιουργία παραστρατιωτικής οργάνωσης, της GAL, που δολοφονούσε αγωνιστές με κονδύλια του Υπουργείου. Η σχετικά ήρεμη δεκαετία του ’80, όπου η κατάσταση στις φυλακές σηματοδοτείται από μία ύφεση στους αγώνες των κρατουμένων θα διαταραχτεί βίαια όταν στις 27 Ιούνη του 1989 ξεσπά μία εξέγερση στις φυλακές του Puerto de Santa Maria. Παράλληλα, οι πολιτικοί κρατούμενοι της GRAPO ξεκινούν μία κυλιόμενη απεργία πείνας που θα φτάσει συνολικά τις 435 μέρες, απεργία πείνας που θα συγκεντρώσει τεράστια προσοχή και θα δεχτεί αλληλεγγύη από όλα τα μέρη της Ευρώπης που η φλόγα της αντίστασης ακόμα  είναι αναμμένη.

Τον Οκτώβρη του 1980 ανασυντάσσεται το APRE (ο Σύλλογος Κρατουμένων σε ειδικές συνθήκες) που είχε στηθεί αρχικά στις αρχές του 1980. Στο φόβο αναζωπύρωσης των εντάσεων που χαρακτήρισαν τις Ισπανικές φυλακές στα τέλη του ’70 το κράτος δίνει άμεσα την απάντησή του δημιουργώντας τα FIES. Η εμπειρία των προηγούμενων χρόνων έχει «μάθει» στις διευθύνσεις των φυλακών ότι ο καλύτερος τρόπος να ελεγχθούν οι εξεγέρσεις είναι η απομόνωση των δραστήριων κρατουμένων.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του FIES είναι η πλήρης απομόνωση και ο ασφυκτικός έλεγχος. Κάθε μέρα στα κελιά FIES συντάσσεται αναφορά σχετικά με τη συμπεριφορά των κρατουμένων. Κάθε επικοινωνία δια ζώσης ή τηλεφωνική/γραπτή ελέγχεται και καταγράφεται, το καθεστώς κράτησης αυτό αξιολογείται κάθε τρίμηνο από τη διεύθυνση των φυλακών, δίνοντας έτσι παράτυπα την ελευθερία στους διευθυντές να παρατείνουν επ’ αόριστο τις δυσμενείς συνθήκες κράτησης.

Η αξιολόγηση των FIES χωρίζεται σε πέντε κατηγορίες ανάλογα με το είδος του εγκλήματος αλλά και τη συμπεριφορά του κρατούμενου μέσα στις φυλακές, κάτι που μας θυμίζει πολύ βέβαια το νομοσχέδιο που επιχειρείται να περάσει στην Ελλάδα.

Στα FIES 1ου βαθμού βρίσκονται οι πλέον επικίνδυνοι κρατούμενοι, δηλαδή άνθρωποι που έχουν λάβει μέρος σε εξεγέρσεις και έχουν τη δυνατότητα να παρακινούν τους υπόλοιπους κρατούμενους σε «ταραχές».

Στα FIES 2ου βαθμού είναι τα οικονομικά εγκλήματα και οι έμποροι ναρκωτικών.

Στα FIES 3ου βαθμού είναι όλοι όσοι έχουν σχέση ή είναι μέλη ένοπλων Οργανώσεων.

Στα FIES 4ου βαθμού είναι οι μπάτσοι και όλοι όσοι θα έβρισκαν σκούρα ανάμεσα σε άλλους κρατούμενους και στα FIES 5ου βαθμού βρίσκονται όσοι είναι μέλη των κοινοτήτων των πολιτικών κρατούμενων και όσοι έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα εναντίον της κοινωνικής ειρήνης.

Από τη στιγμή που με μία απλή εσωτερική εγκύκλιο του γενικού διευθυντή των φυλακών Antonio Asynción εισήχθη το FIES στις Ισπανικές φυλακές άρχισαν και οι αγώνες των κρατουμένων για να καταργηθεί. Θα χρειαζόταν πολύς χρόνος για να εξιστορήσουμε τους αγώνες που δόθηκαν για την κατάργηση του FIES που δυστυχώς, δεν υπάρχει. Εξεγέρσεις, απεργίες πείνας, κινήσεις αλληλεγγύης, θάνατοι, αυτή θα μπορούσε να είναι μία εντελώς συνοπτική αποτίμηση της ιστορίας.

Ενδεικτικά από το 1970 μέχρι σήμερα έχουν σημειωθεί πολλές εξεγέρσεις σχεδόν σε όλες τις φυλακές της Ισπανίας, περισσότεροι από 500 κρατούμενοι έχουν συμμετάσχει σε απεργίες πείνας και περισσότεροι από 15 κρατούμενοι έχουν πεθάνει στα κολαστήρια της δημοκρατίας.

 

 

Όσον αφορά στη γαλλική εκδοχή των ειδικών συνθηκών κράτησης, αν και με διαφορά δεκαετίας δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα κράτη-οδηγούς στο επίπεδο της κατασταλτικής πολιτικής. Το σημαντικό και διαφορετικό στοιχείο της γαλλικής αντιτρομοκρατικής εκστρατείας ήταν ότι το κράτος με ένα τρόπο επιδίωκε τη δημιουργία ένοπλων-παράνομων οργανώσεων έτσι ώστε να εφαρμοστεί το ευρωπαϊκό μοντέλο κατασταλτικής πολιτικής. Η εκλογή του Μιτεράν το 1981 και η αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους λειτούργησε ως μέσο διακομματικής πίεσης με αποτέλεσμα η σοσιαλιστική κυβέρνηση να κατηγορείται ως υποστηρικτής προς το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Έπρεπε, λοιπόν, η εξουσία να δείξει το πραγματικό της πρόσωπο μακριά από τις σοσιαλιστικές ταμπέλες και να δράσει παραδειγματικά στην πάταξη της τρομοκρατίας. Έτσι, λοιπόν, παρατηρούμε μία διαρκή πίεση στους αγωνιστές από την Γαλλία, με συνεχείς στοχοποιήσεις, συλλήψεις, κατηγορίες· κατάσταση που εξωθεί στην παρανομία αρκετούς αγωνιστές. Χαρακτηριστικά ο Ζαν Μαρκ Ρουϊγιαν είχε δηλώσει «Μοιάζει ότι οι αστυνομικοί επιδιώκουν με κάθε τρόπο να μας εξωθήσουν στη παρανομία». Η σοσιαλιστική κυβέρνηση με το δήθεν ανθρώπινο προσωπείο του καπιταλισμού δημιούργησε με ένα τρόπο μία απάθεια στο κοινωνικό σώμα. Απάθεια που θα δώσει χώρο στο κράτος να οξύνει την καταστολή με ελάχιστες κοινωνικές αντιστάσεις. Το Φεβρουάριο του 1987 θα συλληφθούν ο Ζαν Μαρκ Ρουϊγιαν, η Ναταλί Μενιγιόν, η Ζοέλ Ομπρόν και Ζορμπ Σιμπριάνι για τη δημιουργία και τη συμμετοχή τους στην ε.ο. Action Directe. Όλοι τους θα ακούσουν ισόβια και θα οδηγηθούν στις γαλλικές φυλακές. Από εκείνη τη μέρα και για τα επόμενα δέκα χρόνια θα βρίσκονται σε πτέρυγες απομόνωσης, δέκα χρόνια καταδικασμένοι στον αργό θάνατο της φυλακής.

Με τα λόγια του Ζαν Μαρκ Ρουϊγιάν «Πάνω από επτά χρόνια στην πρώτη πτέρυγα της Φρεν σου αφήνουν στάμπα στην ψυχή, χαράσσονται στον εγκεφαλικό φλοιό, στον ερπετικό εγκέφαλο. Με μείωσαν στην κατάσταση σαύρας και στα μεγαλύτερα βάθη του είναι μου έρπω ακόμα σε εκείνο το κίτρινο πλακόστρωτο με τους μπλε αρμούς στο πράσινο μουχλιασμένο πάτωμα της απομόνωσης στους γκρίζους τοίχους. Έρπω ταλαντεύοντας την κομμένη ουρά μου. (…) Βρισκόμουν εκεί ούτε νεκρός, ούτε ζωντανός. Ξέχασα να μιλώ, σαν να ήμουν ζώο. Έλεγα επτά λέξεις την ημέρα. Από ευγένεια στους βασανιστές μου. Δύο φορές «καλημέρα», το πρωί και το μεσημέρι, «ευχαριστώ» όταν μου έφερναν πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό. Μία φορά «ναι» όταν με πήγαιναν στο προαύλιο. Και στο τέλος «καληνύχτα».»

Οι φυλακισμένοι αγωνιστές της Action Direct έδωσαν πάρα πολλούς αγώνες με πολυήμερες απεργίες πείνας για να σπάσουν το καθεστώς απομόνωσης και να βελτιωθούν οι συνθήκες κράτησης. Δυστυχώς, όμως, το συνεχές βασανιστήριο της απομόνωσης συχνά οδηγεί στην σωματική και πνευματική κατάρρευση κάτι που συνέβη και στους δύο αγωνιστές, Σιπριάνι και Μενιγιόν. Ο Ζορζ Σιπριάνι μεταφέρθηκε από την πτέρυγα απομόνωσης σε ψυχιατρικό άσυλο ενώ η Ναταλί Μενιογιόν μετά από δύο εγκεφαλικά και σοβαρά καρδιοαγγειακά προβλήματα έχει σχεδόν παραλύσει από την αριστερή πλευρά ενώ η πολύχρονη απομόνωση προκάλεσε και διαταραχές στη ψυχική της υγεία και την ομιλία. Η Ζοέλ Ομπρόν θα πεθάνει το 2006 1η του Μάρτη μετά από δύο χρόνια ελευθερίας καθώς αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας το 2004. Ο Ζαν Μαρκ Ρουϊγιάν, ο Ζορζ Σοπριάνι και Ναταλί Μενιγιόν θα δηλώσουν το 2007 μετά από 20 χρόνια εγκλεισμού «Είμαστε ακόμα όρθιοι» (…) Δεν παραιτηθήκαμε ποτέ, ούτε παραδώσαμε τα όπλα…» Ο Ζαν Μαρκ θα αποφυλακιστεί το 2008 για να ξαναμπεί μέσα ένα χρόνο αργότερα γιατί δήλωσε σε συνέντευξη ότι είναι υπέρ του ένοπλου, γιατί ήταν αμετανόητος. Τελικά το 2011 θα αποφυλακιστεί με βραχιολάκι GPS, το 2012 θα βγάλει το βραχιολάκι και θα παραμείνει με όρους να μην βρίσκεται με συντρόφους από την A.D. και να παρουσιάζεται μία φορά το μήνα στο τμήμα. Αυτό που διακαώς επιθυμούσε το γαλλικό κράτος από τους φυλακισμένους αγωνιστές ήταν αυτό που τελικώς δεν κατάφεραν ποτέ να πάρουν, τη μετάνοια.

 

 

Ένας όμως από τους πιο μεγαλειώδεις αγώνες που έχουν δοθεί εντός των τειχών ενάντια στο καθεστώς απομόνωσης και τις ειδικές συνθήκες είναι αυτός των Τούρκων και Κούρδων πολιτικών κρατούμενων. Ένας αγώνας που μετράει ήδη τέσσερις δεκαετίες και εκατοντάδες νεκρούς, από βασανιστήρια, απεργίες πείνας και συγκρούσεις μέσα στις Τούρκικες φυλακές. Το δυναμικό κίνημα εντός της φυλακής από τους πολιτικούς κρατούμενους αρχίζει να αναπτύσσεται τη δεκαετία του ’80 μετά από πραξικόπημα στην Τουρκία και τις ασταμάτητες πολιτικές διώξεις. 65.000 άνθρωποι θα καταδικαστούν, 500 από αυτούς σε θάνατο και 50 εκτελούνται. Το 1991 το τουρκικό κράτος βρίσκεται για άλλη μία φορά αντιμέτωπο με την αποφασιστικότητα και τη μαχητικότητα των πολιτικών κρατουμένων οι οποίοι δημιουργούν κοινότητες εντός των τειχών και αυτοοργανώνονται για να αντιπαλέψουν τον βασανισμό της φυλάκισης. Η απάντηση, λοιπόν, από πλευράς κράτους θα είναι η θέσπιση τρομονόμου που θα χτυπήσει αυτές τις κοινότητες αγώνα με απομονώσεις και τη βίαιη μεταφορά 100 πολιτικών κρατουμένων στις φυλακές του Εσκισεχίρ, το οποίο όμως θα κλείσει μετά από μία μαζική απεργία πείνας. Ο αντιτρομοκρατικός νόμος μέσα σε άλλα έλεγε: «Οι τρομοκράτες δε θα πρέπει να επικοινωνούν μεταξύ τους. Αν ένας τρομοκράτης δεν επικοινωνεί με κανέναν θα πεθάνει όπως το ψάρι στην στεριά. Αν αφυδατώσεις έναν τρομοκράτη, απομονώνοντάς τον από τις ιδεολογικές και πνευματικές του πηγές, τότε πεθαίνει η επαναστατική, δηλαδή η καταστροφική, του πλευρά.»

Τον Ιανουάριο του 1996 μετά από καταστολή της εξέγερσης στις φυλακές Ουμράνι της Κωσταντινούπολης δεκάδες αγωνιστές θα πεθάνουν και το κράτος ανακοινώνει τη δημιουργία 47 νέων φυλακών απομόνωσης τύπου «Ε». Η δημιουργία των λευκών κελιών τύπου «Ε» είχε ως πρότυπο το γερμανικό μοντέλο απομόνωσης που είχε επιβληθεί στους κρατούμενους της RAF το 1970.  Φυσικά, το πέρασμα από την ωμή βία στη βία της απομόνωσης είναι ένα μοντέλο εγκλεισμού που εισήχθη στην Τουρκία από την Ευρώπη και αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει η Τουρκία να ακολουθήσει το δρόμο για τον «εκδημοκρατισμό» της και την είσοδό της στην Ε.Ε.

Οι πολιτικοί κρατούμενοι δε θα μείνουν άπραγοι μπροστά στις νέες συνθήκες που επιχείρησαν να τους επιβάλλουν και έτσι το Μάιο του ίδιου χρόνου θα ξεκινήσουν μία από τις μεγαλύτερες απεργίες πείνας που είχαν γίνει μέχρι τότε στις τούρκικες φυλακές. Πάνω από 1000 πολιτικοί κρατούμενοι από όλες τις οργανώσεις της αριστεράς  απαιτούν το κλείσιμο όλων των φυλακών απομόνωσης, βελτίωση των συνθηκών κράτησης, αναγνώριση των επιτροπών των φυλακισμένων στις διαπραγματεύσεις με το κράτος και να σταματήσουν να παρενοχλούν οι μπάτσοι τους συγγενείς των κρατουμένων. Δώδεκα αγωνιστές θα πεθάνουν από την απεργία πείνας και τελικώς οι κρατούμενοι διεκδικούν και καταφέρνουν να πάρουν έγγραφη δέσμευση του κράτους πως δεν θα τους μεταφέρουν στα κελιά τύπου «Ε». Η απειλή της απομόνωσης δεν κατάφερε να κάμψει το αγωνιστικό πνεύμα των κρατουμένων κι έτσι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί θα εφαρμόσουν ένα νέο σύστημα φυλάκισης τα κελιά τύπου F. Έτσι, τον Ιανουάριο του 2000 η τούρκικη κυβέρνηση ανακοινώνει τη λειτουργία των νέων φυλακών απομόνωσης τύπου F και τη μεταφορά των πολιτικών κρατούμενων σε αυτές. Εκείνη τη στιγμή έξι φυλακές ήταν ήδη έτοιμες και άλλες πέντε βρισκόντουσαν υπό κατασκευή .

Στόχος του κράτους ήταν η μεταφορά 5000 εκ των 46.000 πολιτικών κρατούμενων στα κελιά τύπου F. Στις 20 Οκτωβρίου 800 πολιτικοί κρατούμενοι αποφασίζουν και ξεκινούν απεργία πείνας μέχρι θανάτου για να μην μεταφερθούν στα λευκά κελιά, απεργία πείνας που θα κλιμακωθεί με απεργία δίψας από ορισμένους κρατούμενους.

Η κατάληξη αυτή της απεργίας ήταν τραγική, καθώς στις 19 Δεκεμβρίου διατάσσεται η επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας στις τουρκικές φυλακές. Δεκαπέντε αγωνιστές απεργοί πείνας θα δολοφονηθούν καθώς μπάτσοι και στρατιωτικοί χτυπούν και βασανίζουν τους απεργούς οδηγώντας τους στα νοσοκομεία για υποχρεωτική σίτιση, ένα βασανιστήριο που θα αφήσει παράλυτους 600 κρατούμενους. Μία τακτική του κράτους που προσπαθεί εναγωνίως να “σπάσει” το ηθικό των απεργών και να απονοηματοδοτήσει τον αγώνα τους. Οι απεργοί πείνας κατά την μεταφορά τους στις φυλακές τύπου F βασανίζονται άγρια, υποχρεώνονται σε σαδιστικούς εξευτελισμούς ενώ κάποιοι κρατούμενοι βιάστηκαν από τους στρατιώτες. Οι πολιτικοί κρατούμενοι όμως δεν απελπίζονται, τα ιδανικά τους και οι αξίες τους δίνουν δύναμη να ατσαλώσουν τις συνειδήσεις τους και να συνεχίσουν απεργία πείνας.

Οι φυλακές τύπου F  είναι χωρισμένες σε τέσσερις πτέρυγες και περιέχουν 64 ατομικά κελιά και 103 τριών ατόμων. Τα ατομικά κελιά έχουν εμβαδόν 10τ.μ. και μέσα σε αυτόν το χώρο υπάρχει το κρεβάτι, το τραπέζι, καρέκλα και η τουαλέτα. Τα κελιά των τριών ατόμων έχουν εμβαδόν 25τ.μ. και αποτελούνται από δύο ορόφους. Στον έναν όροφο είναι το μπάνιο και η τουαλέτα και στον άλλο τα τρία κρεβάτια. Οι κρατούμενοι προαυλίζονται σε ένα χώρο 10×5 ανά κελί με τοίχο 8 μέτρα ύψος που τους εμποδίζει κάθε οπτική επαφή του ορίζοντα. Για να νιώσουν τη ζέστη του ήλιου στέκονται πάνω σε καρέκλες έτσι ώστε να πέσουν πάνω τους οι ακτίνες του.

Μετά την επιχείρηση «επιστροφή στη ζωή» όπως ονομάστηκε από το τούρκικο κράτος η επέμβαση και η μεταφορά των πολιτικών κρατούμενων στις φυλακές τύπου F που κόστισαν την ζωή σε 28 αγωνιστές, οι κρατούμενοι είναι καταδικασμένοι  να βιώνουν τον αργό θάνατο της απομόνωσης. Θα κλείσω με τα λόγια ενός φυλακισμένου αγωνιστή από τα λευκά κελιά:

« Ώρα 11π.μ. όπως κάθε μέρα έτσι και σήμερα, φωνάξαμε τα συνθήματα μας. Την ίδια στιγμή, καταλάβαμε ότι οι δεσμοφύλακες οδηγούσαν έναν συγκρατούμενό μας στην κλινική των φυλακών. Επειδή τα παράθυρα του διαδρόμου είναι τοποθετημένα πολύ ψηλά, ώστε να μην μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας, σκαρφαλώσαμε σε στοιβαγμένα τραπέζια και καρέκλες για να μπορέσουμε να τον διακρίνουμε έστω και για λίγα δευτερόλεπτα.

Μετά τον προαυλισμό μας και αφού γυρίσαμε στο κελί μας, βρήκαμε δύο πασχαλίτσες. Για να μην μείνουν στο κελί, όπου η επιβίωση θα ήταν αμφίβολη, τις πήρα στο χέρι και τις έβγαλα από το παράθυρο (…). Πέφτουν από ψηλά μες στο κελί μας και μετά επειδή τα φτερά τους δεν είναι αρκετά δυνατά για να πετάξουν ως τα παράθυρα καταλήγουν να φυλακίζονται κι αυτά. Τα βλέπουμε που προσπαθούν ασταμάτητα να ανέβουν ψηλά και να πέφτουν λίγο πριν φτάσουν στην έξοδο του παραθύρου. Πού και πού τα πιάνω και τα βάζω σε ένα πλαστικό μπουκάλι του νερού που το πετάω στην ταράτσα ώστε να μπορέσουν να ξεφύγουν, να δραπετεύσουν από την φυλακή των ανθρώπων. Μοιάζει ασήμαντο να σώζεις έντομα, όταν γύρω σου πεθαίνουν και βασανίζονται άνθρωποι, όμως αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά. Παρατηρώ ότι τα έντομα, αν και ξέρουν ότι μπορεί να πέσουν ανάσκελα και να πεθάνουν, εν τούτοις, προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στον ψηλό τοίχο. Ο βέβαιος θάνατος δεν φαίνεται να τα τρομάζει. Τα περισσότερα έντομα που πέφτουν ανάσκελα, αργοπεθαίνουν χτυπώντας τα φτερά τους και προσπαθώντας μέχρι την τελευταία στιγμή να γυρίσουν από την άλλη μεριά. Όσα σώζουμε, γυρνώντας τα στα πόδια τους, τα βλέπουμε να επιχειρούν και πάλι να ανέβουν τον τοίχο, σαν να μην λογαριάζουν τι τους έχει συμβεί. Το πείσμα και η θέληση των εντόμων μου θυμίζουν τη δική μας αποφασιστικότητα και το πάθος μας για τη λευτεριά. Όπως το έντομο δεν πτοείται και παλεύει για την λευτεριά του, με κόστος ακόμα και τη ζωή του, έτσι και εμείς αγωνιζόμαστε για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία, χωρίς να λογαριάζουμε τη ζωή μας, ακόμη και αν ο θάνατος μας, είναι σχεδόν βέβαιος. Πήγα στο παράθυρο να δω τι απέγιναν οι πασχαλίτσες μας. Δεν μπόρεσα να δω τι απέγινε η πιο μικρή από τις πασχαλίτσες, επειδή είχε πέσει μέσα στα νερά. Όταν την είδα, την πήρα στο χέρι μου και της ψιθύρισα σιγανά να μην ξαναριχτεί στα νερά, αλλά να συνεχίσει να προσπαθεί να πετάξει ελεύθερη. «Μη ρίχνεσαι στα νερά, γιατί αυτό είναι λιγοψυχία. Να αγωνιστείς για το στόχο σου όποιο κι αν είναι το κόστος».»

 

 

 

 

Από τη Γερμανία και την Ιταλία, στην Ισπανία, τη Γαλλία και την Τουρκία ο στόχος είναι κοινός παρά τις διαφορετικές συνθήκες που ίσως γέννησαν τις εκάστοτε κατασταλτικές πολιτικές, ο έλεγχος. Ο Μακ Κόνελ ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν είχε πει: «Είναι αξίωμα ότι όσο καλύτερα μπορείς να ελέγξεις το περιβάλλον ενός οργανισμού τόσο καλύτερα ελέγχεις τη συμπεριφορά του. Εξυπακούεται τότε πως η μοναδική δυνατότητα για να ελέγχεις απόλυτα την συμπεριφορά ενός ανθρώπου είναι ο απόλυτος έλεγχος του περιβάλλοντός του.» Οι άνθρωποι όταν δημιουργούν κοινότητες αγώνα γίνονται ανεξέλεγκτοι για το κράτος και τους μηχανισμούς του, θα συμπληρώσω εγώ, γιατί ακριβώς αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της κυριαρχίας.

 

Οι σχέσεις ισότητας, αλληλεγγύης και συντροφικότητας είναι οι ρίζες μίας κοινωνίας επικίνδυνης για τους εξουσιαστές, όταν αυτές δημιουργούνται σε ένα πλήρως ελεγχόμενο περιβάλλον όπως αυτό της φυλακής, η απομόνωση είναι η λύση. Ο άνθρωπος στην απομόνωση αποδομείται και αυτό γίνεται μέσα από διάφορες διαταραχές τόσο  σωματικές όσο και ψυχικές. Με το πέρασμα των χρόνων σε μία κατάσταση απομόνωσης το σώμα  φθείρεται, οι κρατούμενοι αντιμετωπίζουν προβλήματα όρασης, δύσπνοια, ζαλάδες, πονοκεφάλους. Βρίσκονται σε μία κατάσταση μόνιμου άγχους κάτι που με τον χρόνο μπορεί να σε οδηγήσει στο να χάσεις τα λογικά σου. Όμως, ακόμα και σε αυτό ο άνθρωπος μπορεί να ανταπεξέλθει, να βγει νικητής από τη μάχη με τον αργό θάνατο. Όσο οι λόγοι που τον οδήγησαν εκεί μπολιάζουν ακόμα το μυαλό του, όσο ο αγώνας για ελευθερία τον οδηγεί ακόμα.

Ο αναρχικός χώρος  σήμερα λοιπόν δέχεται μία επίθεση ίσως εφάμιλλη αυτών που αναφέρθηκα προηγουμένως. Αν δεν αναλύσουμε τους λόγους και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν αυτές οι επιθέσεις από πλευράς κράτους, θα χάσουμε  την ουσία τους και από ιστορικά παραδείγματα θα γίνουν ιστορίες απλώς να γεμίζουν σελίδες σε βιβλία.

Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, η στοχοποίηση του αναρχικού χώρου και η κατασταλτική εκστρατεία που έχει εξαπολύσει το κράτος, πέρα από την άμεση και απαραίτητη αδρανοποίηση του πιο απείθαρχου τμήματος της κοινωνίας επί της ουσίας στοχεύει στο σύνολο των αντιστεκόμενων και ακόμα πιο βαθιά στη διάθεση, την ανάγκη για αντίσταση.

Ο αναρχικός χώρος είναι το τμήμα αυτό της κοινωνίας που διατηρεί ακόμα τα επιθετικά χαρακτηριστικά του τόσο στο λόγο όσο και στην πράξη, είναι ο χώρος που μπορεί να λειτουργήσει ως πυροκροτητής κοινωνικών αναταραχών και εξεγέρσεων. Έτσι, ο κρατικός μηχανισμός επιτίθεται σε πρώτο βαθμό στη γενικότερη εστία των εντάσεων, με ένα τρόπο καλύπτοντας την πλάτη του, εξασφαλίζοντας την κοινωνική ηρεμία. Αν όμως μένουμε εκεί, θεωρώντας πως το κράτος στοχεύει τους αναρχικούς για να τους βγάλει από τη μέση και μετά όλα κομπλέ, το χάσαμε το παιχνίδι. Αν δεν αντιληφθούμε ότι ο εσωτερικός εχθρός για ένα καπιταλιστικό κράτος είναι εν δυνάμει το κάθε κοινωνικό σύνολο, που ξεφεύγει από την παραγωγική νόρμα και εμποδίζει τη ροή του κέρδους, τότε δεν θα είμαστε ποτέ σε θέση να αντισταθούμε και να παλέψουμε ουσιαστικά την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

 

Και για να έρθουμε λίγο στο σήμερα και στην αναδιάρθρωση των φυλακών που έχει εξαγγείλει με το νέο νομοσχέδιο ο Αθανασίου, η λογική πίσω από αυτό δε διαφέρει σε τίποτα από τη συνολικότερη κατασταλτική πολιτική που ανέφερα προηγουμένως. Αυτό το νομοσχέδιο δεν ήρθε από το πουθενά και κυρίως δεν ήρθε επειδή ο Χ. Ξηρός «έσπασε» την άδειά του, αλλά είναι η απαραίτητη προσαρμογή στις απαιτήσεις των καιρών, η ανάγκη για το πέρασμα στην αυταρχικότητα και τον έλεγχο απέναντι σε όσους αμφισβητούν την παντοδυναμία του καπιταλιστικού συστήματος.

 

Ο παραδειγματισμός θα ξεκινήσει από τους φυλακισμένους, προφανώς, καθώς βρίσκονται ήδη στα δόντια της εξουσίας. Έτσι, θα επιχειρήσουν και τον «έλεγχο» των κοινωνικών αντιστάσεων γενικά, μία σφυγμομέτρηση εκρήξεων που θα οδηγήσει τη μετέπειτα στρατηγική τους. Ο πειραματισμός για την μετεξέλιξη της καταστολής θα γίνει στους αιχμαλώτους του κοινωνικού πολέμου και τα ιστορικά παραδείγματα μας έχουν δείξει πως ο κρατικός μηχανισμός δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τους φυλακισμένους του ως μέσο πίεσης και εκβιασμού προς τους συντρόφους εκτός των τειχών. Μέσω του παραδειγματισμού αλλά και μέσω του ωμού εκβιασμού ότι μας έχουν στα χέρια τους οπότε οι έξω θα πρέπει να κάθονται ήσυχοι.

 

Βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη καμπή της ιστορίας, το κεφάλαιο μέσω του κρατικού μηχανισμού οχυρώνεται απέναντι στην απειλή μία γενικευμένης εξέγερσης. Εμείς, από την πλευρά μας μπορούμε και πρέπει να οργανωθούμε για να κάνουμε αυτή την εξέγερση πραγματικότητα. Να αγωνιστούμε για να διαχύσουμε τα αναρχικά προτάγματα. Δεν επιθυμούμε καλύτερες συνθήκες κράτησης, ονειρευόμαστε την καταστροφή κάθε φυλακής, όπως δεν επιθυμούμε έναν καλύτερο καπιταλισμό αλλά την ολική καταστροφή του, για την αυτοοργάνωση και αυτοδιαχείριση των ζωών μας.

 

 

Ανδρέας-Δημήτρης Μπουρζούκος

 

Δ΄ Πτέρυγα Κορυδαλλού

Μάρτιος, 2014

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s