ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ

Από το site της Ασύμμετρης Απειλής το οποίο καλωσορίζουμε ξανά στην «ενεργό δράση»
(το παρακάτω κείμενο απότελεί το δεύτερο μέρος της εισήγησης της συνέλευσης αλληλεγγύης στους αναρχικούς της υπόθεσης του Βελβεντού, στην εκδήλωση αλληλεγγύης που πραγματοποιήθηκε στο πολυτεχνείο την παρασκευή 22-11-13)
 
Η υπόθεση του Βελβεντού δεν είναι αποκομμένη, αλλά τμήμα αδιαχώριστο ενός ευρύτερου κατασταλτικού σχεδιασμού. Το σχήμα της “ομπρέλας”, έτσι όπως εκφράστηκε στην Ιταλία με το δόγμα Marini, δεν είναι ένα τυχαίο και επιχειρησιακά ουδέτερο κατασταλτικό σχήμα. Η “ομπρέλα”, δηλαδή το τσουβάλιασμα ανόμοιων πολιτικών αναφορών σε ένα κοινό οργανωτικό μοντέλο, αποσκοπεί, εάν όχι στην αποπολιτικοποίηση, στη δημιουργία πολιτικής σύγχυσης, ταυτίζοντας και εξισώνοντας όχι μονάχα διαφορετικές, αλλά ακόμα και αντιθετικές τάσεις μέσα στον αναρχικό χώρο. Έτσι, παρά το γεγονός ότι 10 άτομα έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή τους στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, το κράτος πεισματικά και με αστεία στοιχεία προσπαθεί να στριμώξει όλες τις τάσεις του αναρχικού χώρου κάτω από το ίδιο οργανωτικό μοντέλο, κάτω από την ίδια πολιτική στέγη.
Αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς το δεύτερο βήμα είναι το πέρασμα από το σχήμα της “ομπρέλας”, στο σχήμα της “υπέρ- ομπρέλας”, μέσα από το θεώρημα του δήθεν κοινού Διευθυντηρίου, όπως εκφράστηκε και επισήμως από τα χείλη του Νίκου Δένδια. Σύμφωνα μ’ αυτό το θεώρημα όλες οι ένοπλες οργανώσεις συντονίζονται από ένα κοινό διευθυντήριο, το οποίο και δίνει εντολές στο  ιεραρχικά κατώτερο στρώμα των εκτελεστών αυτών των διαταγών. Γι αυτό κι ο τρομονόμος εισάγει την έννοια του “διευθυντή τρομοκρατικής οργάνωσης”, μιλώντας όχι μόνο με ποινικούς όρους, αλλά και όρους οικονομίας και μάνατζμεντ. Αυτό το σχήμα διευθυντικού κέντρου- εκτελεστικής περιφέρειας, πέρα από τη πολιτική σύγχυση που προσπαθεί να δημιουργήσει, επιδιώκει να απονοηματοδοτήσει την επαναστατική δράση από τα πραγματικά της κίνητρα και να παρουσιάσει τους αναρχικούς ως έναν ιεραρχικά δομημένο πολιτικό χώρο. Εσχάτως και η Χρυσή Αυγή προσχώρησε σε αυτή τη παραφιλολογία, γράφοντας στην ιστοσελίδα της:  «η συμμορία των τρομοκρατών είναι μία και μόνη, έστω κι αν εμφανίζεται πότε ως σέχτα επαναστατών, πότε ως επαναστατικός αγώνας, πότε ως ΣΠΦ κτλ και αποτελείται από τους ίδιους πάντα ληστοτρομοκράτες».
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, με τη θεωρία των δύο άκρων, η εξουσία διεκδικεί εκ νέου το μονοπώλιο της βίας, αφού μέχρι πρότινος η επαναστατική αντι- βία ήταν σε μεγάλο βαθμό ηθικά νομιμοποιημένη σε ένα τεράστιο κομμάτι του κοινωνικού σώματος (ακόμα και του πιο συντηρητικού). Επιδιώκει την εξίσωση της πολιτικής αντιβίας, που είναι η επιστροφή ενός μέρους της συστημικής βίας, με την ωμή βία του ναζιστικού παρακράτους, που η ίδια άλλωστε τροφοδοτεί ή ανέχεται κατά καιρούς ανάλογα με το συμφέρον που έχει στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία.
Όσοι καταδικάζουν τη βία από όπου κι αν προέρχεται, εξισώνουν την δυναμική αντίσταση των καταπιεσμένων σε κάθε γωνιά του πλανήτη με τη βία της αντεπανάστασης. Εξισώνουν τη βία του Ισραήλ, με τις σφεντόνες των ανήλικων παλαιστινίων, τις γενοκτονίες και την εξολόθρευση άμαχου πληθυσμού από τους φασίστες, με την αντιφασιστική βία των λαών. Η καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται είναι το σύγχρονο ιδεολόγημα στο οποίο προσκυνούν οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι της βίας. Είναι η σύγχρονη δήλωση νομιμοφροσύνης και υποταγής της καθεστωτικής αριστεράς στους νικητές του εμφυλίου.   
Η καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται ως προαπαιτούμενη δήλωση υποταγής και κύρους, είναι το αστικό ιδεολόγημα πάνω στο οποίο ξετυλίχθηκε η αντιδραστική θεωρία των δύο άκρων. Ουσιαστικά αυτό που η εξουσία διαμηνύει με αυτή τη θεωρία μέσα από τους συνεργάτες της που διαμορφώνουν και τη πολιτική ατζέντα της κυβερνητικής πολιτικής είναι ρητό: όσοι αμφισβητούν το κρατικό μονοπώλιο της βίας, όσοι τολμήσουν να αντισταθούν στην εκμετάλλευση, στα μνημόνια και στον κοινωνικό φόβο θα αντιμετωπίζονται ως εχθροί του καθεστώτος και θα εξοντώνονται από τους νόμιμους εκπρόσωπους και εκφραστές της βαρβαρότητας. Από το νόμιμο πολιτικό άκρο. Oι φυλακές, τα βασανιστήρια, οι διώξεις, η καθημερινή κρατική τρομοκρατία είναι η πολιτική αντιπρόταση της εξουσίας για το “ξεπέρασμα της βίας”.
Πέρα, όμως, από τα καθ’ ημάς, θα πρέπει να βλέπουμε κάθε υπόθεση δίωξης αναρχικών μέσα στα κοινωνικά της συμφραζόμενα. Είναι γεγονός πως πάνω στις ράχες των αναρχικών γίνονται οι πρόβες καταστολής για να χτυπηθούν ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας. Στο νέο κατασταλτικό δόγμα, στόχος δεν είναι μονάχα η επαναστατική εμπροσθοφυλακή, αλλά και η πειθάρχηση όλων των καταπιεσμένων, των Αποκλεισμένων, των πληβειακών και προλεταριακών στρωμάτων. Στόχος είναι το σβήσιμο από το χάρτη κάθε μορφής απειθαρχίας και ανυπακοής, ήπιας ή δυναμικής, μεταρρυθμιστικής ή επαναστατικής. Κάθε έκφανση ριζοσπαστικοποίησης που θα διαταράξει την κανονικότητα του καπιταλισμού, κάθε εμπόδιο στην “Ανάπτυξη” και την “Ανάκαμψη” της Οικονομίας, κάθε ανάχωμα στην επελάυνουσα λεηλασία των ζωών μας, θα τεθεί στο στόχαστρο μιας αναβαθμισμένης κατασταλτικής επίθεσης. Έτσι, μια ειδική μονάδα ημι-στρατιωτικού τύπου, με ειδικό σκοπό την καταπολέμηση της “τρομοκρατίας” και της βαρειάς εγκληματικότητας, όπως είναι η ΕΚΑΜ, θα χρησιμοποιηθεί όχι μονάχα εναντίον ένοπλων ή καταληψιών αναρχικών, όχι μονάχα για τη διενέργεια τραμπούκικων ερευνών στις φυλακές, αλλά και για την καταστολή εργατικών αγώνων και απεργιών. Οι ίδια ειδική μονάδα θα χρησιμοποιηθεί και για να τεθεί υπό αστυνομική κατοχή μια ολόκληρη περιοχή, οι Σκουριές Χαλκιδικής, για να ικανοποιηθούν οι δασοκτόνες ορέξεις των καπιταλιστών χρυσοθήρων της Ελντοράντο.
Πλέον το κράτος δεν αρκείτε στη χρήση των συμβατικών κατασταλτικών δυνάμεων, που είναι υπεραρκετές για την επιβολή της “έννομης τάξης”, αλλά χρησιμοποιεί μια ειδική “αντιρομοκρατική” μονάδα. Θέλει να εσωτερικεύσει την εικόνα της στρατιωτικοποίησης της καταστολής, μιας και απαραίτητος όρος επιβολής του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού είναι ο αστυνομικός- στρατιωτικός κευνσιανισμός. Μέσα σε συνθήκες συστημικής κρίσης, το Κεφάλαιο και ο κρατικός του μηχανισμός, αδυνατώντας πλέον να δημιουργήσουν την κοινωνική συναίνεση και συνοχή μέσω των παροχών του παρελθόντος, προσπαθούν να τη δημιουργήσουν μέσω της συγκρότησης του Κόμματος του Νόμου και της Τάξης. Γι αυτό άλλωστε δεν χτυπιούνται μονάχα οι αναρχικοί, οι απεργοί, οι κάτοικοι της Χαλκιδικής κλπ., αλλά και κομμάτια των Αποκλεισμένων που η ύπαρξή τους και μόνο θεωρείτε απειλή. Έτσι καλλιεργείται ένα παραληρηματικό κλίμα ηθικού πανικού από τα Μ.Μ.Ε., για να στρωθεί το χαλί του αυταρχικού αμόκ εναντίον των μεταναστών, των οροθετικών ιερόδουλων, των Ρομά κλπ..
Εν τέλει, οδηγούμαστε σε μια επιταχυνόμενη στρατιωτικοποίηση της καταστολής, με τη δημιουργία μεικτών αστυνομικό- στρατιωτικών μονάδων (όπως η EUROGENDFOR) και με τις ασκήσεις καταστολής διαδηλώσεων από επίλεκτα σώματα, όπως οι ασκήσεις Καλλίμαχος και Πυρπολητής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι “χακί ματατζήδες” της 71ης αερομεταφερόμενης ταξιαρχίας. Πρόκειται για έναν ευέλικτο σχηματισμό άμεσης αντίδρασης που μπορεί να μεταφέρεται επιχειρησιακά σε ελάχιστο χρόνο, με χρήση στρατιωτικών αεροπλάνων και ελικοπτέρων. Είναι μέλος της δύναμης άμεσης αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NRF) με στόχο την αντιμετώπιση διεθνών κρίσεων, την αποτροπή μαζικής μετανάστευσης και την υποστήριξη “αντιτρομοκρατικών” επιχειρήσεων. Είναι αξιοσημείωτο επίσης, πως ενώ ρητά απαγορεύεται η ανάμειξη του στρατού σε ζητήματα εσωτερικής καταστολής, στρατιωτικές μονάδες συμμετείχαν στις επιχειρήσεις εντοπισμού των δραπετών των φυλακών Τρικάλων.
H θεωρία των δύο άκρων, λοιπόν, που αναμασάται εσχάτως, δεν είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Εισάγεται ως τμήμα των προσαρμοσμένων στη συστημική  κρίση δογμάτων καταστολής της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ. Ξεκινώντας από την ντιρεκτίβα της ΕΕ που ταυτίζει τον κομμουνισμό με τον ναζισμό και καταλήγοντας στο ψήφισμα που εισήγαγε ο φρανκιστής ευρωβουλευτής Πέδρο Αγκραμούντ, με το οποίο ταυτίζονται τα αντικαπιταλιστικά και ριζοσπαστικά κινήματα με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και τον φασιστικό εξτρεμισμό, ο λεγόμενος “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” διευρύνεται και μετατρέπεται σε πόλεμο κατά της κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης. Έτσι, τα κράτη προτρέπονται στη χρήση δυσανάλογης κατασταλτικής βίας, αφού κάθε κατάληψη (είτε αναρχικών, είτε απεργών και εργαζομένων) θεωρείται ως τετελεσμένη ή οιονεί τρομοκρατική ενέργεια, ενώ κάθε διαδήλωση θεωρείται δεξαμενή άντλησης ένοπλων μαχητών. Με τον τρόπο αυτό, διαφορετικές μορφές πάλης, με διαφορετικό επίπεδο άσκησης βίας (ή ακόμα και μη βίαιες μορφές πάλης) συγχωνεύονται ως προς την κατασταλτική τους αντιμετώπιση, μιας και αποτελούν εμπόδια για την Αγία Ανάπτυξη και Ανάκαμψη του καπιταλισμού (εάν ζούσαμε σε άλλες εποχές θα ακούγαμε και τη φράση: “οικονομικό σαμποτάζ”).
Ήμαστε πολύ πιο κοντά απ΄ όσο νομίζουμε στην εποχή που περιγράφει ο Δημήτρης Μπουρζούκος: «Πολύ πιθανόν να έρθουν μέρες που η αφισοκόλληση θα είναι “προτροπή σε εγκληματική πράξη”, η συμμετοχή σε πορείες θα αποτελεί “σύσταση εγκληματικής οργάνωσης”. Μέρες που κάθε στέκι, κάθε κατάληψη θα βαφτιστεί γιάφκα. Αυτές τις μέρες δεν τις φοβόμαστε τις περιμένουμε».  
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s