Τοποθέτηση από τους μάρτυρες πολιτικής υπεράσπισης του ΕΑ

Τοποθετούμαστε δημόσια ως πολιτικοί μάρτυρες υπεράσπισης της οργάνωσης του Ε.Α., με αφορμή την κατάθεση μάρτυρος στις 23/10,  τόσο για τη συνέχιση τη πολιτικής μας υπεράσπισης που δε θα μπορούσε να σταματάει στα όρια της δίκης, όσο και σαν μια ιστορική καταγραφή που θα συμβάλει γόνιμα στην εσωτερική διαλεκτική του ριζοσπαστικού κινήματος και στην ανάπτυξή του.

Το ότι λαμβάνουμε μια δημόσια θέση (μέσα σε ένα πεδίο κιτρινισμού από τις αστικές φυλλάδες με τα σκόπιμα σαθρά συμπεράσματά τους) προκύπτει αναγκαστικά από τη στιγμή που η τοποθέτηση της μάρτυρος έγινε απέναντι στο εχθρικό στρατόπεδο, δηλαδή απευθυνόμενη στο ειδικό στρατοδικείο του κράτους ένα  δικαστήριο εκ φύσεως τόσο ιστορικό όσο και δημόσιο.

Επιλέξαμε να καταθέσουμε ως μάρτυρες πολιτικής υπεράσπισης του ΕΑ όχι γιατί είμαστε άνευ όρων σύμφωνοι, άρα και θιασώτες της οποιασδήποτε έκφρασης του ένοπλου αγώνα αλλά, γιατί ο ΕΑ με τη δράση του και με λόγο του αποτελεί μια συγκεκριμένη έκφραση του κοινωνικού και ταξικού πολέμου του οποίου κομμάτι νοιώθουμε κι εμείς. Η πολιτική μας υπεράσπιση προς τους συντρόφους του ΕΑ δεν θα μπορούσε να εγκλωβιστεί στα μέσα δράσης αλλά να επικεντρωθεί στο σκοπό του ίδιου του αγώνα. Στο σκοπό της κοινωνικής επανάστασης. Και είναι ακριβώς αυτός ο κοινός μας τόπος, ο κοινός μας αγώνας για το σκοπό της επανάστασης, που καταργεί  κάθε διαχωρισμό ανάμεσα σε ενόπλους και μη. Σαν μάρτυρες υπεράσπισης δεν κληθήκαμε να μιλήσουμε γενικά και αόριστα για το κίνημα αλλά να υπερασπιστούμε τον ένοπλο αγώνα και συγκεκριμένα τον ΕΑ σαν κομμάτι του κινήματος. Το γεγονός ότι δεν υιοθετούμε το διαχωρισμό ανάμεσα σε ενόπλους και μη δε σημαίνει ότι οι καταθέσεις μας θα εξίσωναν ισοπεδωτικά τις ιδιαιτερότητες που έχει ο ένοπλος αγώνας, όπως και κάθε μορφή δράσης στο εσωτερικό του πολύμορφού επαναστατικού κινήματος. Γι αυτό καταθέσαμε στο δικαστήριο ως πολιτικά υποκείμενα που δραστηριοποιούνται στον α/α χώρο, και όχι ως εκπρόσωποι του, ώστε προσεκτικά να ξεδιπλώσουμε τις δικές μας σκέψεις γύρω από το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της δράσης του ΕΑ αλλά και γενικότερα για τον ένοπλο αγώνα, αποφεύγοντας ακραίους υποκειμενισμούς, ιεραρχήσεις διαχωρισμούς και φετιχισμούς που έτσι κι αλλιώς συνειδητά απεχθανόμαστε.  Μιλήσαμε λοιπόν για τα διακριτά πολιτικά γνωρίσματα του ΕΑ για τα οποία νοιώσαμε την πολιτική και ιστορική ευθύνη να τα υπερασπιστούμε από τη δική μας θέση. Πέρα όμως από το να κατοχυρώσουμε σαν μάρτυρες την εικόνα μιας πιο διευρυμένης κοινωνικά και κινηματικά υπεράσπισης του ΕΑ θέλαμε και να εξασφαλίσουμε με το λόγο και την παρουσία μας ότι δεν θα επιχειρηθεί οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικής υπονόμευσης του ΕΑ από τους δικαστές. Τι σημαίνει αυτό; Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι δίκες δεν είναι απλά στημένες θεατρικές παραστάσεις αλλά οξυμένα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης. Γνωρίζουμε επίσης πολύ καλά ότι αυτά τα πεδία διαστέλλονται ακόμα περισσότερο στις δίκες των ένοπλων οργανώσεων. Είτε συμφωνούμε είτε όχι με τον ένοπλο αγώνα δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι όταν το κράτος αντιλαμβάνεται ότι αμφισβητείται το μονοπώλιο της βίας του από τους αγωνιστές και μάλιστα με τα όπλα, τότε γίνεται αδυσώπητα εκδικητικό. Οι δίκες των ένοπλων οργανώσεων έχουν κατ’ αρχάς το θεμελιώδες διακύβευμα για το κράτος, της ιδεολογικής εξασφάλισης του προνομίου της βίας για τις δικές του τάξεις. Η αντιπαράθεση λοιπόν σε τέτοια δικαστήρια είναι άκρως πολιτική και δευτερευόντως νομική, αφού το ουσιαστικό επίδικο είναι η ιδεολογική μάχη, με όρους κοινωνικής νομιμοποίησης, ανάμεσα στην κρατική και την επαναστατική βία. Το τερατώδες νομικό οπλοστάσιο των αντιτρομοκρατικών νόμων είναι τελικά το τεχνικό σημείο πάνω στο οποίο εξασφαλίζεται η ηγεμονία της κρατικής βίας. Είναι το αποτέλεσμα και όχι η ουσία τη πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους αγωνιστές και το κράτος. Ακριβώς λοιπόν επειδή αυτή η αντιπαράθεση είναι πολιτική οι ένοπλοι αγωνιστές δεν καταδικάζονται απλά, αλλά υπονομεύονται τόσο οι ίδιοι σαν πρόσωπα όσο και σαν πολιτικά υποκείμενα. Η στρατηγική αυτής της υπονόμευσης υπαγορεύει την απαξίωση των πολιτικών κινήτρων του ένοπλου αγώνα, καθιστώντας τον ως κάτι αντικοινωνικό και προσχηματικά πολιτικό. Με εργαλείο μια αλαζονική αφήγηση περί «δημοκρατικών δικαιωμάτων και κεκτημένων» επιχειρεί να αποδομήσει την κοινωνική αφετηρία του ένοπλου αγώνα με το να τη μετατοπίσει τεχνηέντως στη σφαίρα του υποκειμενισμού και της εξατομικευμένης ροπής προς τη βία. Όμως το κράτος δεν σταματάει εδώ και αφού καταφέρει μια αποσάρθρωση των κοινωνικών και ταξικών κινήτρων του ένοπλου αγώνα επιχειρεί να διεισδύσει στο εσωτερικό του επαναστατικού κινήματος και με όπλο του το φόβο εκβιάζει την πόλωση και την εμφανή δημιουργία διαχωρισμού ανάμεσα στα ένοπλα και μη κομμάτια του κινήματος. Και όταν το κράτος καταφέρει να εκμαιεύσει αυτό το διαχωρισμό τότε κατέχει και το εχέγγυο της απρόσκοπτης εξόντωσης των πολιτικών του αντιπάλων. Τότε επιτυγχάνει το επιστέγασμα της απόλυτης κυριαρχίας του.

Λαμβάνοντας λοιπόν υπ’ όψιν όλα τα παραπάνω, ο ρόλος μας ως μαρτύρων υπεράσπισης εμπεριείχε και την ευθύνη να μην παραχωρηθεί στους δικαστές ούτε χιλιοστό ανοχής στην οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικής διαστρέβλωσης του ΕΑ και κατ’ επέκταση του ένοπλου αγώνα, αλλά και σε καμία απόπειρα διαχωρισμού από το κοινωνικό και κινηματικό πλαίσιο που έδρασαν οι σύντροφοι.

Ενώ λοιπόν στο συγκεκριμένο δικαστήριο οι δικαστές δεν έχουν προβεί (προς το παρόν και για λόγους τακτικής) σε καμία απόπειρα διαχωρισμού της δράσης του ΕΑ, αυτό έρχεται να το κάνει με έμμεσο τρόπο η κατάθεση που δόθηκε στις 23/10. Μια κατάθεση για την οποία δεν θα μπαίναμε σε καμία διαδικασία δημόσιας αντιπαράθεσης αν αυτή ουσιαστικά δεν υπονόμευε τις δικές μας καταθέσεις.  Βρεθήκαμε στη δυσάρεστη θέση να παρακολουθούμε να αποδομείται η πολιτική υπεράσπιση, αφού η συγκεκριμένη κατάθεση επιχείρησε να δημιουργήσει ένα στρεβλό πολιτικό καθεστώς ανάμεσα στη σχέση του κινήματος και του ένοπλου αγώνα, εντελώς διαφορετικό δηλαδή σε σχέση με το πως εμείς τουλάχιστον την είχαμε διατυπώσει στις καταθέσεις μας. Με όχημα μια υπεραπλουστευμένη και ταυτόχρονα απόλυτη θέση περί του κινδύνου έκθεσης στην καταστολή ενός ένοπλου συντρόφου αν αυτός συμμετέχει σε δημόσιες διαδικασίες, και που φυσικά μπορεί να ισχύει αλλά επ‘ ουδενί δεν αποτελεί θέσφατο,, επιχειρήθηκε ένας πολιτικός επαναπροσδιορισμός για το όριο πάνω στο οποίο η βία καθορίζεται ως κινηματική ή μη. Αυτός ο επαναπροσδιορισμός ενδύθηκε και με μια μονολιθική ανάγνωση της ιστορίας, έναν ιστορικό αναθεωρητισμό, και ταυτόχρονα, με πειστήριο για την ορθότητα των επιχειρημάτων μια εσκεμμένα επιλεκτική λαθεμένη ιστορική αναδρομή ουσιαστικά τσουβαλιάστηκε η τεράστια πολιτική κληρονομιά του ευρωπαϊκού αντάρτικου πόλης των δεκαετιών ’60-’70. Με επιχείρημα λοιπόν την αδυναμία κάποιου να «πατάει σε δύο βάρκες», μια αδυναμία που εξακολουθεί  να παραμένει συνολικά και ιστορικά ανεξακρίβωτη, και μάλιστα με πολύ κοντινά μας παραδείγματα (Λάμπρος Φούντας), ανοίγουν διάπλατα οι δρόμοι των διαχωρισμών ανάμεσα σε «κινηματικούς» και «ένοπλους». Όμως αυτοί οι διαχωρισμοί δεν εδράζονται έστω σε κάποια εύλογη πολιτική διαφωνία (τουλάχιστον εκ πρώτη όψεως) που να αφορά τα ζητήματα στρατηγικής που απασχολούν διαχρονικά το κίνημα (ζητήματα επαναστατικής βίας, παρανομίας, πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων κλπ) αλλά περιορίζονται φαινομενικά απλά και μόνο σε ένα τεχνικό «κόλλημα» περί έκθεσης στην καταστολή. Αλλά ακόμα και η RAF όταν μιλούσε για την παρανομία δεν ανέλυε απλά μια τεχνική λύση για την αποφυγή τη καταστολής αλλά μιλούσε για το απελευθερωμένο έδαφος της παρανομίας όπου εκεί ο αγωνιστής μαζί με τους συντρόφους του ανακαλύπτει η νέα του συλλογική ταυτότητα. Αυτή λοιπόν η «τεχνικοποίηση» του ζητήματος και οι ξεκάθαροι πολιτικοί διαχωρισμοί που ανέβλυζαν από αυτή, επανέφεραν το πολιτικό επίδικο στο σημείο μηδέν αφού ουσιαστικά ακυρώθηκε η δική μας προσπάθεια ως μαρτύρων υπεράσπισης να επαναβεβαιώσουμε μέσα στο δικαστήριο με ιστορικά και πολιτικά επιχειρήματα την ενιαία και αδιαίρετη φύση της ένοπλης δράσης με τους αγώνες των καταπιεσμένων σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Είναι λοιπόν κατανοητό ότι το κίνητρο για τη δημόσια κριτική μας δεν έχει να κάνει απλά με τις πολιτικές μας διαφωνίες πάνω στον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη κατάθεση προσέγγισε το ζήτημα του ένοπλου αγώνα. Η κριτική μας έχει να κάνει με τον τόπο που αυτή η προσέγγιση εκδηλώθηκε και τις παρακαταθήκες που αφήνει πίσω της. Είναι εντελώς διαφορετικό να γίνεται μια κατάθεση διαφορετικών προσεγγίσεων γύρω από το ούτως ή άλλως περίπλοκο ζήτημα του ένοπλου αγώνα μέσα σε ένα αμφιθέατρο, μέσα δηλαδή στο φυσικό πεδίο διαπραγμάτευσης, κριτικής και επεξεργασίας του κινήματος και τελείως διαφορετικό αυτό να γίνεται μέσα σε ένα δικαστήριο όπου έχουν μάλιστα προηγηθεί συγκεκριμένες πολιτικές τοποθετήσεις πάνω στο πλαίσιο ανάλυσης της υπόθεσης του ΕΑ. Και πόσο μάλλον όταν αυτή η διαφορετική προσέγγιση, όπως συνέβη με τη συγκεκριμένη κατάθεση στις 23/10, δίνει χώρο και τροφή στον εχθρό να κάνει πολιτικές διαπιστώσεις περί «ενόπλου» και «κινηματικού» όπως έγινε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Οι αξιολογήσεις λοιπόν για κλειστά, εσωτερικά ζητήματα του κινήματος, όπως τα όρια της δράσης ενός συντρόφου που επιλέγει τον ένοπλο αγώνα, μπροστά σε ένα δικαστήριο είναι τουλάχιστον επικίνδυνες. Όχι μόνο γιατί οι συγκεκριμένες αξιολογήσεις αφήνουν στρεβλές πολιτικές παρακαταθήκες, αφού μια δίκη είναι για το κίνημα σημείο ιστορικής καταγραφής, αλλά κυρίως γιατί αφήνουν να εννοηθούν οι διαχωρισμοί. Οι διαχωρισμοί που αυτή τη στιγμή αποτελούν το πιο χρήσιμο εργαλείο του εχθρού. Εργαλείο για να απαξιώσει, να απομονώσει και τελικά να εξοντώσει τους αγωνιστές.

ΥΓ1: Είναι τουλάχιστον προσβλητικό για το κίνημα και την ιστορία του επαγγελματίες δικηγόροι, να προβαίνουν σε προβοκατόρικες πολιτικές τοποθετήσεις, εν είδει ερωτήσεων προς τους μάρτυρες, για ζητήματα που αφορούν αυστηρά τον α/α χώρο, του συντρόφους που τον απαρτίζουν και τις επιλογές τους.

ΥΓ2: Όσον αφορά το κείμενο του Κ. Καλαρέμα και την επίθεση που δεχτήκαμε, δεν βρίσκουμε σε αυτό κανένα πολιτικό επιχείρημα και επιλέγουμε να μην απαντήσουμε.

 

Αγγελετάκης Γιώργος

Αντωνίου Στέλλα

Βαλσαμής Βασίλης

Βούτσης-Βογιατζής Γιώργος

Διαβολίτσης Κώστας

Οικονόμου Μαρία

Σειρηνίδης Άρης

Τραϊκάπης Μιχάλης

Δεκέμβρης 2012

Πηγή: Αθηναϊκό Indymedia

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s