Η εξακρίβωση στοιχείων

Βασικές γνώσεις για την αντιμετώπιση μιας καθημερινής αστυνομικής πρακτικής

Τα θέματα που σχετίζονται με την εξακρίβωση στοιχείων, την προσαγωγή στα αστυνομικά τμήματα και τις αστυνομικές έρευνες ρυθμίζονται, μεταξύ πολλών άλλων, στο προεδρικό διάταγμα (π.δ.) 141/1991, το οποίο γεννά κρίσιμα ζητήματα ουσίας που θέτουν σημαντικά ατομικά δικαιώματα στην «γκρίζα ζώνη» μιας διακριτικής ευχέρειας των οργάνων της αστυνομίας.

Η αστυνομία δικαιούται να μας υποβάλλει σε εξακρίβωση στοιχείων, ζητώντας την επίδειξη των σχετικών εγγράφων με παράλληλη επίδειξη της ταυτότητας του οργάνου, αν αυτό έχει πολιτική περιβολή. Μετά την επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας ολοκληρώνεται η διαδικασία, και, υπό κανονικές συνθήκες, δεν υφίσταται υποχρέωση απάντησης σε άλλες ερωτήσεις, χωρίς αντίστοιχα δυνατότητα προσαγωγής μας στο αστυνομικό τμήμα. Για να γίνει νόμιμα κάτι τέτοιο πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 15 περ. ΄θ του παραπάνω π.δ., είτε να μην φέρει ο πολίτης αστυνομική ταυτότητα ή διαβατήριο, είτε εξαιτίας του τόπου, του χρόνου, των περιστάσεων και της συμπεριφοράς του να δημιουργείται στους αστυνομικούς η υπόνοια πρότερης διάπραξης εγκληματικής ενέργειας. Έτσι, αν δεν συντρέχει μία εκ των περιστάσεων (το οποίο φυσικά εναπόκειται στην αξιολογική κρίση των οργάνων…) δεν είναι νόμιμη η προσαγωγή στο τμήμα. Η συχνή αντίθετη πρακτική λαμβάνει χώρα υπό τον μανδύα ανάγκης ελέγχου για την ύπαρξη ανεκτέλεστων ποινικών αποφάσεων. Η διόγκωση όμως του σχετικού (χρονικού και ψυχολογικού) βάρους στον πολίτη είναι απαράδεκτη, ερμηνεία που έγινε δεκτή και από το Συνήγορο του Πολίτη στο εμπεριστατωμένο πόρισμά του με θέμα «Νόμιμες προϋποθέσεις προσαγωγών και αστυνομικών ερευνών» από τον Ιούνιο του 2003.

Σε περίπτωση προσαγωγής, ο χρόνος παραμονής στο τμήμα δεν πρέπει να υπερβαίνει τον απολύτως προσήκοντα, σε αντίθετη δε περίπτωση εκφράζουμε κομψά τη δυσαρέσκειά μας, για να απεμπλακούμε όσο το δυνατόν νωρίτερα. Επομένως, η εξακρίβωση φυγοδικίας ή φυγοποινίας δεν επιτρέπεται να διαρκεί για ώρες. Τυχόν διαβεβαιώσεις περί μη σύλληψης ή ύπαρξης κατηγοριών ελάχιστη σημασία έχουν, αφού η κράτηση, ως παρεμπόδιση της ελευθερίας της κίνησης, είναι πραγματικό γεγονός ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της.

Σε περίπτωση διατύπωσης άλλων ερωτήσεων, άσχετων με τη διαπίστωση των στοιχείων μας, όπως π.χ. σχετικών με τις πολιτικές μας απόψεις, την οικογενειακή μας κατάσταση ή τις σεξουαλικές μας προτιμήσεις συνίσταται η μη απάντηση, διότι αυτές αφορούν προσωπικά μας δεδομένα που δεν (πρέπει να) αφορούν την αστυνομία. Βέβαια συχνά χρησιμοποιείται στο δρόμο σε περίπτωση σχετικής άρνησης η, παντελώς καταχρηστική, απειλή προσαγωγής στο τμήμα για «διακρίβωση του γνησίου της ταυτότητας» ως «καψόνι» για την απροθυμία του ερωτωμένου.

Δακτυλοσκόπηση και φωτογράφηση, κατά τα άρθρα 27 παρ. 1 εδ. η’ και 29 παρ. 1 εδ. γ’ π.δ. 342/1977, επιτρέπεται μόνο όταν υπάρχει εξατομικευμένη υπόνοια τέλεσης εγκλήματος, επομένως όχι σε περίπτωση προσαγωγής για εξακρίβωση. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντική η διευκρίνιση της νομικής μας θέσης (μάρτυρα, κατηγορουμένου ή απλώς προσαχθέντα) για την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων.

Οι έρευνες της αστυνομίας, που ρυθμίζονται από τα άρθρα 94 εδ. α’ και 96 παρ. 3 εδ. α’ και β’ του π.δ. 141/1991, διακρίνονται σε σωματικές, σε έρευνες σε μεταφορικά μέσα και σε έρευνες σε κατοικίες. Κανονικά η σωματική έρευνα, εκτός από τις περιπτώσεις των σωματικών ερευνών στα πλαίσια προανάκρισης για ένα συγκεκριμένο αδίκημα, μπορεί να γίνει μόνον αν υπάρχει σοβαρή και βάσιμη υπόνοια ή απόλυτη ανάγκη, οπότε ο πολίτης δικαιούται σε διευκρίνιση για ποιο αδίκημα θεωρήθηκε ύποπτος. Η έκφραση δυσαρέσκειας λόγω έρευνας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο, αφού από πουθενά δεν προκύπτει έννομη υποχρέωση του πολίτη να είναι πρόθυμος και χαμογελαστός απέναντι στους ελέγχοντες αστυνομικούς. Η σχετική, τέλος, θεμελίωση σοβαρής υπόνοιας τέλεσης αξιόποινης πράξης αποκλειστικά λόγω της παρουσίας σε συγκεκριμένο δημόσιο χώρο (π.χ. πλατεία Εξαρχείων στην Αθήνα ή πλατεία Ναυαρίνου στη Θεσσαλονίκη) κρίνεται καθ’ όλα παράνομη, διότι η σχετική ελευθερία εμπίπτει στο απόλυτο προστατευτικό πεδίο του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθ. 5 παρ. 1 Συντάγματος).

Η έρευνα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να σέβεται την αξιοπρέπεια του ατόμου και σε γυναίκα μόνο από γυναίκα αστυνομικό και, αν δεν υπάρχει τέτοια, από άλλη γυναίκα που διαλέγει ο άντρας αστυνομικός. Αν σκοπός της έρευνας είναι η ανεύρεση συγκεκριμένου εγγράφου ή αντικειμένου, ο αστυνομικός οφείλει να ζητήσει κατ’ αρχάς την αυτόβουλη παράδοσή του από τον πολίτη (π.χ. κέρματα και αναπτήρες στο γήπεδο). Με τις ίδιες προϋποθέσεις και την ίδια διαδικασία γίνεται έρευνα σε μεταφορικά μέσα και σε μεταφερόμενα αντικείμενα (π.χ. μια βαλίτσα σε ένα αυτοκίνητο).

Η έρευνα σε κατοικία (στην έννοια της κατοικίας εμπίπτει και κάθε κατάλυμα που χρησιμοποιείται για διαβίωση ή εργασία και δεν είναι προσιτό σε όλους, π.χ. αντίσκηνο ή δωμάτιο ξενοδοχείου) όταν δεν ενεργείται προανάκριση ή ανάκριση, ονομάζεται αστυνομική- προληπτική έρευνα και μπορεί να γίνει μόνο με τη ρητή συναίνεση του/της ενοίκου της. Αντίθετα όταν πρόκειται για έρευνα σε κατοικία στα πλαίσια ανάκρισης ή προανάκρισης είναι υποχρεωτικό να ανοίξουμε την πόρτα. Έτσι, αφού ζητήσουμε από αυτούς που διεξάγουν την έρευνα, και είναι πάντα τουλάχιστον δύο, τα στοιχεία τους και μας επιδείξουν το ένταλμα έρευνας, ανοίγουμε, αλλιώς έχουν το δικαίωμα να παραβιάσουν την πόρτα. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας είναι δικαίωμα του ενοίκου, και μάλιστα μεγάλης πρακτικής χρησιμότητας, η αυτοπρόσωπη παρουσία του, γι’ αυτό μπορούν να γίνουν υποδείξεις για την κατά σειρά έρευνα των επιμέρους χώρων.

Έρευνα τη νύχτα απαγορεύεται να γίνει χωρίς την παρουσία δικαστικού λειτουργού. Νύχτα θεωρείται το διάστημα από 8 μ.μ. ως 6 π.μ. το χειμώνα (1 Οκτωβρίου-31 Μαρτίου) και από 9 μ.μ. ως 5 π.μ. το καλοκαίρι (1 Απριλίου-30 Σεπτεμβρίου). Έρευνα τη νύχτα επιτρέπεται μόνο αν υπάρχει ένταλμα σύλληψης, αν εκείνη την ώρα στην κατοικία τελείται αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα ή παίζονται κατ’ επάγγελμα τυχερά παιχνίδια ή γίνονται κατ’ επάγγελμα ακολασίες. Όταν τελειώσει η έρευνα συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται και από τον ένοικο, αφού πρώτα ελεγχθεί η καταγραφή όλων των αντικειμένων που τυχόν κατάσχονται. Επίσης ο ένοικος ζητάει και παίρνει εκείνη την ώρα αντίγραφο της έκθεσης έρευνας.

Κλείνοντας να επισημάνουμε ότι είναι απολύτως απαραίτητο να έχουμε κατά νου πως όσο σημαντική είναι η γνώση των δικαιωμάτων μας σε περίπτωση που αντιμετωπίζουμε κάποια από τις παραπάνω καταστάσεις, άλλο τόσο είναι σημαντικό οι αντιδράσεις μας να είναι ψύχραιμες και σταθμισμένες. Κι αυτό γιατί η εφαρμογή της διακριτικής ευχέρειας, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, από τη μεριά ενός μηχανισμού που σε πάμπολλες περιπτώσεις έχει αποδείξει την απαξιωτική του στάση απέναντι στα δικαιώματα, είναι εξαιρετικά πιθανό να μην κινείται στην κατεύθυνση που πιστεύουμε ότι αξίζουμε.

Πηγή: Το έντυπο de jure plebes (περί του δικαίου των απλών ανθρώπων, του λαού), τεύχος 2, φθινόπωρο 2004 (για επικοινωνία: radical-lawers@webster.gr). Σημείωση: Δε γνωρίζω κατά πόσο ισχύει ακόμα το e-mail ή αν έχουν κυκλοφορήσει άλλα τεύχη του de jure plebes κλπ.

Advertisements

3 Σχόλια to “Η εξακρίβωση στοιχείων”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: